Πως διακόπηκε άδοξα το πανηγύρι του Άη- Λιά πριν 48 χρόνια!

…και πως ζήσαμε εμείς τα γεγονότα σαν στρατιώτες!

Πως διακόπηκε άδοξα το πανηγύρι του Άη Λιά πριν 48 χρόνια!

του ΝΙΚΟΥ ΓΑΖΗ

Ήταν δυο μετά τα μεσάνυχτα, ξημερώνοντας το Σάββατο 20 Ιουλίου 1974, όταν η δεύτερη νυχτερινή βάρδια των χειριστών ραντάρ (από ώρας 02:00 μέχρι 08:00) αντικαταστήσαμε την πρώτη νυχτερινή βάρδια στο τμήμα παρακολούθησης της εναέριας κυκλοφορίας (των ΡΑΝΤΑΡ) της αίθουσας Επιχειρήσεων, της 4ης Μοίρας ΚΕΠ της Πολεμικής Αεροπορίας, στο Μεγανόρος της Λευκάδας.

Σε μια γωνιά αυτής της αίθουσας, υπήρχε ο πίνακας ετοιμότητας της Μονάδας, που αποτελούνταν από τέσσερα χρωματιστά εν σειρά τετράγωνα τζάμια 15Χ15 εκατοστά, το καθένα εκ των οποίων έγραφε πάνω του από ένα κεφαλαίο λατινικό γράμμα έχοντας διαφορετικό χρώμα: Το πρώτο τζάμι πράσινου χρώματος, είχε το γράμμα Α, που σήμαινε την συνήθη ετοιμότητα ρουτίνας της μονάδας, το δεύτερο ήταν κίτρινο και είχε το γράμμα Β, που σήμαινε κατάσταση ετοιμότητας αυξημένη, το τρίτο ήταν πορτοκαλί με το γράμμα C και σήμαινε πολύ αυξημένη ετοιμότητα μονάδας και το τέταρτο ήταν κόκκινο με το γράμμα D που σήμαινε ετοιμότητα μονάδας σε κατάσταση πολέμου!

Κατά την ώρα της αλλαγής της βάρδιας λοιπόν,  στον πίνακα υπήρχε σταθερά αναμμένη (σ΄ όλες τις τελευταίες πέντε ημέρες, απ΄ το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου στην Κύπρο στις 15-7 και μετά), η κίτρινου χρώματος κατάσταση Β (της αυξημένης ετοιμότητας). Καθίσαμε λοιπόν ο καθένας στο πόστο του, δύο στις οθόνες των ραντάρ, ένας στην υποτύπωση, ένας στην καταχώρηση, ένας στην διαβίβαση κι ένας στην διευκρίνιση, ενώ οι δυο παλιότεροι και πιο έμπειροι, “περισσεύαμε” και απλά πιάσαμε την κουβέντα καθόσον είμαστε εις διάθεσην για την κάθε δυσκολία που ενδεχομένως θα προέκυπτε στους νεώτερους συναδέλφους μας ή για ν΄ αντικαταστήσουμε όποιον για κάποιο λόγο έπρεπε ν΄ απομακρυνθεί απ΄ το πόστο του.

Ο γράφων κατά την συγκεκριμένη μέρα υπηρετούσε τον 22 μήνα της θητείας του, έχοντας ακόμη να υπηρετήσει 6 μήνες μέχρι τους 28 που ήταν τότε η κανονική  θητεία στην Αεροπορία, οι οποίοι όμως τελικά έγιναν 10 (συνολικά 32 δηλαδή) αφού προστέθηκαν δυο μήνες φυλακή- πράγμα σπάνιο κι εντελώς ασυνήθιστο για την Αεροπορία- (επειδή ήταν ατίθασο και απείθαρχο παιδί) και ακόμη δυο μήνες σαν πρόσθετη θητεία, λόγω των γεγονότων του 1974 στην Κύπρο και της έντασης με την Τουρκία που επακολούθησε…

Η βάρδια μας εκείνη τη νύχτα λοιπόν εξελίσσονταν κανονικά, μέχρι που περίπου στις 3:30 έσβησε ξαφνικά το κίτρινο Β στον πίνακα ετοιμότητας κι άναψε το πορτοκαλί C της αυξημένης ετοιμότητας. Αυτό έφερε μια κάποια ανησυχία στην ομήγυρη, όμως δεν θεωρήσαμε πως συμβαίνει κάτι το πάρα πολύ σοβαρό, αφού ευρισκόμενοι στην πιο σκληρή περίοδο της χούντας (αυτή του Ιωαννίδη) και μάλιστα σαν στρατιώτες τότε, είμαστε χωρίς ραδιόφωνα (για να μην ακούμε Ντόϋτσε Βέλε και BBC) κι έτσι είχαμε ακόμη μεγαλύτερα ελλείμματα ενημέρωσης για ότι συνέβαινε στον έξω κόσμο απ΄ ότι είχαν οι πολίτες!

Σε λιγότερο από μια ώρα αργότερα όμως, το πορτοκαλί C έσβησε κι αντικαταστάθηκε απ΄ το κόκκινο D, γεμίζοντάς μας σοβαρή ανησυχία πλέον για το τι συμβαίνει εκεί έξω. Μοναδικός τρόπος να μάθουμε κάτι παραπάνω, ήταν ο συνάδελφος της βάρδιας στο τηλεφωνικό κέντρο που ήταν φίλος, κι ο οποίος μιλώντας με δικούς του συναδέλφους άλλων μεγαλύτερων και πιο κεντρικών μονάδων ή ακούγοντας τις τηλεφωνικές συνομιλίες των κορυφαίων αξιωματικών της μονάδας (διοικητή και υποδιοικητή) μας έδινε κι εμάς καμιά πληροφορία. Όταν λοιπόν του τηλεφώνησα και τον ρώτησα αν ξέρει τίποτα, μου είπε: “Δεν περνάς από δω να σε δω κιόλας;” Κατάλαβα πως δεν ήθελε να μιλήσει απ΄ το τηλέφωνο κι έτσι τον επισκέφθηκε στο τηλεφωνικό κέντρο, μόλο που απαγορεύονταν οι επισκέψεις εκεί. Κι έτσι έμαθα πως οι Τούρκοι επιτίθενται στην Κύπρο…

Στις οκτώ το πρωί μας αντικατέστησε η επόμενη βάρδια και εμείς κατεβήκαμε για πρωϊνό, ύπνο και ξεκούραση στον καταυλισμό στον Αμμόκαμπο, εκεί που ήταν τα μαγειρεία, οι εγκαταστάσεις και οι θάλαμοι που κοιμόμαστε, όταν δεν είχαμε νυχτερινή βάρδια στον λόφο.

Φάγαμε μεν πρωϊνό αλλά για ύπνο ούτε κουβέντα! Ήταν η 20η Ιουλίου, ανήμερα της γιορτής του προφήτη Ηλία και γιόρταζε το εκκλησάκι του στην διπλανή βουνοκορφή, ενώ μάλιστα τότε γίνονταν και μεγάλο πανηγύρι στην Εγκλουβή. Απ΄ το παράθυρο του θαλάμου λοιπόν, παρακολουθούσα τους χωρικούς, κυρίως Εξανθείτες και Δρυμωνιώτες, που περνούσαν αμέριμνοι στον δρόμο που είναι έξω ακριβώς απ΄ την μονάδα, καβάλα στα ζώα τους με τα πλουμιστά καβαλοσκούτια και με προορισμό το εξωκλήσι του προφήτη. “Πηγαίνετε και σε λίγο θα δείτε το πραγματικό πανηγύρι…” σκέφτηκα, καθώς ήμουν σίγουρος γι αυτό που θα επακολουθούσε…

Ήταν γύρω στις δέκα και μισή όταν άρχισαν τα όργανα στο κρατικό ραδιόφωνο του Ε.Ι.Ρ. (Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας) να παίζουν δημοτικά και τσάμικα τραγούδια, τα οποία πυκνά διακόπτονταν απ΄τα βαρύγδουπα πατριωτικά συνθήματα του εκφωνητή! “Ωχ, άρχισαν τα όργανα” σκέφθηκα, αφού κάθε φορά που οι κρατικοί σταθμοί κατέληγαν σε κλαρίνα και εμβατήρια, κάποια συμφορά αναγγέλλονταν…

Θα ήταν λοιπόν λίγο μετά τις έντεκα, όταν τα ραδιόφωνα ανήγγειλαν την επιστράτευση κι οι πανηγυριώτες που προείπαμε γύριζαν αλαφιασμένοι με τα ζώα και τα καβαλοσκούτια τους στα χωριά τους, διαλύοντας στο λεπτό το πανηγύρι, πριν αυτό καλά-καλά ξεκινήσει…

Πως διακόπηκε άδοξα το πανηγύρι του Άη Λιά πριν 48 χρόνια!

Την επόμενη μέρα, Κυριακή 21 Ιουλίου, είχαμε ημερήσια βάρδια στα ραντάρ στον λόφο, όπως λέγαμε το βουνό με τις στρογγυλές κεραίες, σε αντιδιαστολή με τον “καταυλισμό” μας  που ήταν κάτω στον Αμμόκαμπο, (εκεί που είναι και σήμερα). Όταν μετά τη βάρδια κατεβήκαμε στους θαλάμους, μας ήρθε κεραμίδα: Βρήκαμε εκεί εγκατεστημένους αρκετούς επίστρατους, που βολεύτηκαν στα περισσευούμενα κρεβάτια. Το χειρότερο όμως ήταν πως μερικοί εξ αυτών είχαν επιδοθεί στο πλιάτσικο, με θύματα τις στολές (καθαρές και σιδερωμένες) που είχαμε έτοιμες για την έξοδο, όποτε κι αν αυτή θα επαναλαμβάνονταν, γιατί βέβαια όσο διαρκούσε η κατάσταση Δέλτα, εκτός των άλλων έπρεπε να ξεχάσουμε και την έξοδο!

Κάποιοι απ΄ τους συναδέλφους γκρίνιαξαν για τις απώλειες που είχαν. Εγώ, μολονότι ήμουν μεταξύ των θυμάτων δεν είπα τίποτε. Σεβάστηκα αυτούς τους ταλαίπωρους ανθρώπους, που τους άρπαξαν απ΄ τα σπίτια τους κι απ΄ τις δουλειές τους και μέσα σ΄ ένα απίστευτο αλαλούμ προσπάθησαν να τους ντύσουν φαντάρους. Και τότε διαπίστωσαν πως δεν υπήρχε τίποτε: Ούτε ρούχα, ούτε παπούτσια και το κυριότερο; Ούτε όπλα!

Έτσι, άλλος απ΄ το Μεσολόγγι, άλλος απ΄ την Πάτρα κι άλλος απ΄ την Ήπειρο, κατέληξαν να περιφέρονται σε μια στρατιωτική μονάδα της Λευκάδας, άλλος μ΄ ένα στρατιωτικό παντελόνι μόνο και τα υπόλοιπα ρούχα πολιτικά, άλλος με τον αντίθετο συνδυασμό, άλλος με παπούτσια στρατιωτικά (χαμηλό αρβυλάκι), άλλος με παπούτσια πολιτικά, μερικοί άφραγκοι, οι περισσότεροι νηστικοί κι όλοι άοπλοι, άγρυπνοι και με το μέλλον τους αβέβαιο και σκοτεινό!

Ευτυχώς δεν έμειναν για πολλές μέρες στη μονάδα οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι. Σύντομα τους πήραν κι ούτε που ξέρω που τους μετέφεραν. Η ιστορία πάντως αυτή στο σύνολό της καταγράφεται σαν μια ιστορία ντροπής που καθόλου δεν μας τιμά σαν κράτος. Κι ευτυχώς που οι ανεγκέφαλοι πρωτεργάτες εκείνων των γεγονότων δεν προχώρησαν σε πόλεμο κι έτσι, όχι μόνο αποφύγαμε τουλάχιστον τα χειρότερα, αλλά μας άδειασαν και τη γωνιά οι ίδιοι…

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *