Το κοκορέτσι και τα σουβλάκια (του Ανδρέα Σταύρακα)

Το κοκορέτσι και τα σουβλάκια (του Ανδρέα Σταύρακα)

του ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΑΥΡΑΚΑ

ΛΗΣΜΟΝΙΣΜΕΝΑ ΚΙ ΑΞΕΧΑΣΤΑ: ΤΟ  ΚΟΚΟΡΕΤΣΙ  ΚΑΙ  ΤΑ  ΣΟΥΒΛΑΚΙΑ

Ο Βασίλης της Πανδώρας, ο Λαμπράκης της Χαντζάρως και ο Μήτσος ο καλλιτέχνης,  έτσι τους έλεγαν χαριτολογώντας τότε τους τρεις αυτούς νέους που βρίσκονταν πάντα μαζί, μόνο ο ύπνος τους χώριζε . Ίδιας κοπής και οι τρεις, δεκαοχτάχρονα παιδιά που το αίμα τους έβραζε και διψούσαν για διασκέδαση, που σπάνια την εύρισκαν τότε στο απομακρυσμένο μας χωριό. Δεν υπήρχε βλέπετε  ούτε ραδιόφωνο, ούτε τηλεόραση, ούτε μια μπάλα ποδοσφαίρου για να ασχολούνται κάπως οι νέοι.

Ο Μήτσος που ασχολούνταν με τη μουσική, είχε κονομήσει ένα παλιό μαντολίνο, αλλά δεν έπαιζε μοναχό του το έρμο. Το γρατσούνιζε κάπως αλλά νότες δεν έβγαζε κι όταν το άκουγες έλεγες πως μαλώνουν οι γάτες στα κεραμίδια.

Όπως είπαμε, οι νέοι διψούσαν για διασκέδαση, γι’ αυτό πότε-πότε έκαναν κανένα  γλεντάκι στα σπίτια, πότε στου ενός και πότε στου άλλου.

Ο λαός μας όμως λέει πως νηστικό αρκούδι δεν χορεύει, έτσι υπήρχε και αυτή η δυσκολία. Το κρασί ήταν μπόλικο, λίγο τυρί και καμιά ντομάτα  κάπως τα βρίσκαμε, αλλά το έρμο το κρέας είναι εκείνο που σε κάνει να σοβατίσεις με όρεξη τα σωθικά σου με το κεροπάτι που ήταν αρωματισμένο με το ρείκι και το θυμάρι του χωριού μας. Που να βρίσκανε όμως λεφτά για να αγοράσουν κρέας;  Ο Λαμπράκης κι ο Μήτσος που δούλευαν σε τσαγκάρικα, όχι μόνο δεν πληρώνονταν, αλλά τα αφεντικά ήθελαν να τους πληρώνουν κι από πάνω με τη δικαιολογία πως τους μάθαιναν την τέχνη… Ο Βασίλης που ασχολούνταν λίγο με τα μαρτίνια, το βαλάντιό του ήταν πάντα αδειανό.

Ο αγροτικός συνεταιρισμός έφερνε που και που στο χωριό, πότε λιπάσματα, πότε πατάτα για φύτεμα, σιτάρι για σπόρο και πολλά άλλα που χρειάζονταν οι αγρότες.                                                       Το αυτοκίνητο δεν μπορούσε να πλησιάσει κοντά στην αποθήκη γιατί υπήρχε ένα γεφυράκι φτιαγμένο με λιθιά  και ήταν επικίνδυνο με το βάρος να πέσει. Πηγαίναμε λοιπόν εμείς τα παιδιά, φορτωνόμαστε  στην πλάτη τα τσουβάλια που ζύγιζαν σαράντα οκάδες, (πενήντα ένα κιλά περίπου). Τα πηγαίναμε στην αποθήκη που ήταν εκατό μέτρα περίπου μακριά κι έτσι παίρναμε μερικές δραχμές και μ’ αυτές παίζαμε καμιά κοντσίνα η πίναμε κανένα ουζάκι.. Ας αναλογιστούν οι σημερινοί νέοι πως στην τρυφερή αυτή ηλικία φορτωνόμαστε τόσο βάρος και το πηγαίναμε τόσο μακριά για λίγες μόνο δραχμές! Κι αυτό μάλιστα ήταν σαν λαχείο.                                                                         Το Σάββατο εκείνο που ήρθε το αυτοκίνητο από τη Χώρα, φορτωμένο με λιπάσματα,  ήταν μεσημέρι και ο κόσμος ήταν στα χωράφια.  Έτσι ο πρόεδρος του Συνεταιρισμού φώναξε τα παιδιά που δούλευαν στα τσαγκάρικα κι αυτά έτρεξαν με προθυμία να ξεφορτώσουν το αυτοκίνητο για να κονομήσουν το χαρτζιλίκι. Μεταξύ τους ήταν κι ο Λαμπράκης με τον Μήτσο, που έτρεξαν να ξεφορτώσουν το αυτοκίνητο.  Αφού τελείωσαν το ξεφόρτωμα πήραν  τις δέκα δραχμές και γύρισαν χαρούμενοι στη δουλειά τους .

Το απόγευμα συναντήθηκαν με τον Βασίλη κι έκαναν συμβούλιο για να αποφασίσουν πως, που και πότε θα ξόδευαν τα χρήματα.

Συμφώνησαν ομόφωνα να παρακαλέσουν τον μπάρμπα Γεράσιμο τον Τάντολη, που έφτιαχνε ωραία κοκορέτσια με μπόλικο πιπέρι και αλάτι, να τους φτιάξει ένα κοκορέτσι.

Ο μπάρμπα Γεράσιμος δέχτηκε πρόθημα, του έδωσαν οχτώ δραχμές να αγοράσει το συκώτι και τα άντερα  πιπέρι και αλάτι και του είπαν να το έχει έτοιμο την Κυριακή το απόγευμα, άψητο βέβαια .

Κανόνισαν να πάνε στο σπίτι του Βασίλη, που θα έλειπαν οι γονείς του, αφού το Σαββατοκύριακο θα πήγαιναν στο Δρυμώνα που ήταν το χωριό της Πανδώρας, της μάνας του Βασίλη.

Μάζεψαν λοιπόν όλα τα χρειαζούμενα από το πρωί και το απόγευμα πήραν το κοκορέτσι από τον μπάρμπα Γεράσιμο, πήγαν στο σπίτι του Βασίλη, άναψαν τη φωτιά και άρχισαν να ψήνουν το κοκορέτσι.  Ο Μήτσος που ασχολούνταν με τα καλλιτεχνικά, αφού άφησε να νυχτώσει, πήγε κι έφερε το γραμμόφωνο, με μεγάλη προσοχή μην το δει κανένα μάτι και κουβαληθούν τίποτα ανεπιθύμητοι επισκέπτες .

Το πάτωμα, όπως συνηθίζονταν τότε στα χωριά,  είχε τρύπες. Εκτός λοιπόν που περνούσαν  οι μυρωδιές απ΄ τα ζώα που ήταν στο κατώι, ήταν και επικίνδυνο στο σκοτάδι, να πατήσουν σε καμιά τρύπα και να χτυπήσουν κάποιο πόδι τους.                                                                                                        Όταν άρχισε να ψήνετε το κοκορέτσι, τα αγνά υλικά του έβγαζαν ένα άρωμα που το έπαιρνε το   αεράκι που κανάλιζε από τα γύρω βουνά κι έτσι μοσχοβόλαγε όλο το χωριό.

Ο Τάκης και ο Κώστας, που ήταν κ’ αυτοί νέοι παλαιότερης κοπής, έψαχναν να βρουν κάπου να περάσουν τη βραδιά τους, η  κανένα γνωστό σπίτι η κανένα ουζερί . Η μύτη του Κώστα όμως, ήταν σαν τη μύτη του Ζαν Μπατίστ  Γκρενούιγ,  που οσφραίνονταν από μακριά τα «θύματα» του. Ακολουθώντας λοιπόν την ευχάριστη μυρουδιά από το κοκορέτσι έφτασαν στη κατάλληλη ώρα στο σπίτι του Βασίλη.

Ο Κώστας πασπατεύοντας στο σκοτάδι μπήκε στο κατώι, ο Τάκης ανέβηκε την πέτρινη σκάλα, έσπρωξε τη σάπια πόρτα και μπήκε στο σπίτι. Βλέποντάς τον τα παιδιά παραξενεύτηκαν κι αναρωτιόνταν πως μετά από τόση μυστικότητα μαθεύτηκε το έρμο το γλέντι.

Προσπάθησαν λοιπόν με καλό τρόπο να τον διώξουν.  Ο δε Τάκης που είχε το σκοπό του, τους παρακάλεσε να του δώσουν ένα κομματάκι κοκορέτσι και να φύγει. Τι να κάνουν, «το διάολο λέει κοίταζε και το σταυρό σου κάνε», πήρε ο Λαμπράκης το σουβλί και το μαχαίρι να του κόψει το κομμάτι.

Ο Τάκης επέμενε να το κόψει ο ίδιος το κομμάτι, του έδωσε ο Λαμπράκης το σουβλί και το μαχαίρι, παρακολουθώντας τον μάλιστα για να μη κόψει πολύ.

Παίρνοντας ο Τάκης το σουβλί, το ακούμπησε στο πάτωμα, δήθεν να το κόψει, το βάζει στην τρύπα και αφήνει, το κοκορέτσι να πέσει στο κατώι.  Ο Κώστας που περίμενε στο κατώι, αδράζει  στον αέρα το κοκορέτσι, βγαίνει  στο δρόμο και με το κοκορέτσι στο ώμο κατηφορίζει προς του Φιλιππάρα.

Στη γωνία του Κανούτου συναντάει τον Μήτσο που ερχόταν με τα μουσικά εργαλεία, το γραμμόφωνο και τους δίσκους . Βλέπει  ο Μήτσος τον Κώστα με το κοκορέτσι στον ώμο, αφήνει τα εργαλεία κάτω και άρχισε να τον κυνηγάει. Μα πως να τον φτάσει, που τα πόδια του Κώστα ήταν σαν του πελαργού, ενώ ο φουκαράς ο Μήτσος ήταν κοντός σαν τον Παπαθεμελή!

Ο Λαμπράκης κι ο Βασίλης έτρεξαν στο κατώι και έψαχναν στο σκοτάδι να βρουν το κοκορέτσι.  Έτσι δόθηκε η ευκαιρία στον Τάκη να φύγει με την άνεσή του κι έτρεξε να συναντήσει τον Κώστα στο σπίτι που είχαν κανονίσει να πάνε, αφού θα τελείωνε η δουλειά.

Ό Μήτσος αφού δεν μπόρεσε να φτάσει τον Κώστα, γύρισε με τη γλώσσα έξω από την κούραση, βρήκε τον Λαμπράκη και τον Βασίλη στο κατώι, να ψάχνουν ακόμα να βρουν το κοκορέτσι . Τους εξήγησε λοιπόν πως το κοκορέτσι έτρεχε προς άγνωστη κατεύθυνση στον ώμο του Κώστα…

Στενοχωρήθηκαν βέβαια, αλλά το γλέντι άρχισε, με τυράκι και  ντοματούλα. Πήραν και μερικές ξεροσαρδέλλες με το δίδραχμο που έμεινε από το ξεφόρτωμα των λιπασμάτων. Και πίνοντας εκείνο το ξανθό κεχριμπάρι από τις πλαγιές της Πρατανέτσας, ανάμικτο με χλώρη και με βαρτζαμί, ήρθανε σε κέφι.

Τραγουδώντας, βοηθούσαν και το γραμμόφωνο, που λόγω παλαιότητας της βελόνας, ακούγονταν σαν βραχνιασμένη κότα.

Πάνω στο κέφι τους, άκουσαν ένα δυο χτύπους από πετρούλες στην πόρτα.

Βγήκε ο Λαμπράκης έξω να δει τι συμβαίνει  και βλέπει  το σουβλί ακουμπισμένο στον τοίχο με ένα κομμάτι κοκορέτσι, σχεδόν το μισό.

Υπήρχε φτώχια βλέπετε, αλλά δεν έλειπε η ευαισθησία. Ο Τάκης κι ο Κώστας έκαναν το αστείο αλλά δεν τους άρεσε να αφήσουν τα παιδιά χωρίς λίγο κοκορέτσι, που έκαναν τέτοιο αγώνα για δαύτο…

***

Πενία τέχνας κατεργάζεται…

Αυτά περνούσαμε οι νέοι την εποχή εκείνη. Όταν τα λέμε στους σημερινούς νέους μας λένε πως ήταν άλλες εποχές εκείνες .

Οι εποχές όμως ήταν και παραμένουν τέσσερις, ίδιες, από τότε που έγινε το σύμπαν. Αν τότε ο παππούς και η γιαγιά μας, έπαιρναν τριακόσια πενήντα ευρώ το μήνα σύνταξη, θα χορεύαμε σαν τον Μάικλ Τζάκσον, αλλά δυστυχώς αντί να μας δίνουν χαρτζιλίκι τους δίναμε εμείς..

Τι άλλο να αναφέρω, είναι τόσα πολλά που για να γραφούν χρειάζεται ο ουρανός για χαρτί κι η θάλασσα για μελάνη.

Να γράψω για τους φοιτητές που έμεναν τρεις και τέσσερις σε ένα δωμάτιο και για να ζεσταθούν το χειμώνα έβαζαν τη φουφού με κάρβουνα, αν είχαν βέβαια να τα αγοράσουν κι αυτά;

Κάποια φορά που λόγω κακοκαιρίας, δεν μπορούσε το φορτηγό αυτοκίνητο που πήγαινε στην Αθήνα να περάσει από το ποτάμι της Γοργοβλής, έμεινε δυο μέρες εκεί μέχρι να καλυτερέψει ο καιρός .

Τα τρία παιδιά που έμεναν σε ένα δωμάτιο, περίμεναν το σακούλι με τα τρόφιμα από το χωριό και έμειναν χωρίς φαγητό.  Ένας από τους τρεις είχε ένα δίδραχμο, πήγαν στην οδός Δώρου που έψενε κάποιος σουβλάκια κι αγόρασαν τέσσερα.

Το ψωμί ο σουβλατζής το είχε σε μια κόφα και αφού έπαιρναν οι πελάτες τα σουβλάκια, περνούσαν και έπαιρναν το ανάλογο ψωμί από την κόφα .

Αφού αγόρασαν λοιπόν οι φίλοι μας τα σουβλάκια πέρασαν από την κόφα και αντί να πάρουν το ανάλογο ψωμί πήραν κάτι παραπάνω. Ο σουβλατζής τους είδε αλλά δεν τους είπε τίποτα.

Τα παιδιά έφαγαν τα τρία σουβλάκια και το ένα το φύλαξαν. Δεν το έβαλαν στο ψυγείο βέβαια, γιατί τέτοιο πράγμα δεν είχαν και απλά το κρέμασαν στο ταβάνι μ΄ ένα σπάγκο.

Την άλλη μέρα πήρε ο ένας το σουβλάκι και κρατώντας το στο χέρι για να το βλέπει ο σουβλατζής, πως δήθεν το αγόρασε εκείνη την ώρα, πέρασε και πήρε από την κόφα μερικά ψωμάκια.

Ο σουβλατζής πάλι τον είδε αλλά δεν του είπε τίποτα, θα ήξερε προφανώς από πείνα. Αυτό έγινε δυο τρεις φορές ακόμα, την επόμενη μέρα και την μεθεπόμενη, ώσπου το σουβλάκι μύρισε.

Έτσι την έβγαλαν τα παιδιά ως που πήγε το αυτοκίνητο από τη Λευκάδα στην Αθήνα και  τους έφερε το πολυπόθητο  σακκούλι, που είχε μέσα ένα δυο καρβέλια, το μπακράτσι με τη λαχανόπιτα, λίγο μπακαλιάρο τηγανιτό, λίγες τηγανίτες με πετιμέζι και ότι άλλο φτωχικό είχε ο κάθε γονιός.

Κι όμως αυτά τα παιδιά έγιναν αξιόλογοι επιστήμονες και ορισμένοι απ’ αυτούς δεν ξέχασαν ποτέ το πώς σπούδασαν.  Κι όταν έρχονται στα χωριά τους, κάθονται στο καφενείο με τους απόμαχους αγρότες και λένε αυτές τις παλιές ιστορίες που είναι ατελείωτες.

Είχαν μεν φτώχια, αλλά ήταν πλούσια σε οράματα κι ελπίδα.

Είναι βέβαια κι ορισμένοι, ευτυχώς λίγοι ,που ανάμεσα από τεθλασμένες διαδρομές έγιναν κάτι, σήκωσαν ψηλά τη μύτη και δεν θέλουν ούτε καν την καταγωγή τους να αναφέρουν…

 

Ανδρέας Σταύρακας

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.