Άγιος Θεόδωρος Ουσακώφ – αντισυγκρουόμενες οι απόψεις…

αρχική

Αποκαλυπτήρια της προτομής του στη Ζάκυνθο

Κεντρικό ιστορικό πρόσωπο των εκδηλώσεων του Διεθνούς Κοινωνικού Φόρουμ και της Ρώσικης Εβδομάδας στα Ιόνια που διεξάγονται αυτό το τριήμερο στη Λευκάδα είναι ο τότε Ναύαρχος του Ρωσικού Στόλου και σημερινός Άγιος Θεόδωρος Ουσακώφ. Υπάρχουν όμως αντισυγκρουόμενες απόψεις και εκτιμήσεις για τον ιστορικό ρόλο που αυτός διαδραμάτισε κατά την ανακατάληψη (και κατ΄ άλλους απελευθέρωση) των Ιονίων νησιών απ΄τους Γάλλους στην  εκπνοή του 18ου αιώνα.

Οι διαμετρικά αντίθετες εκτιμήσεις περί του ρόλου του Αγίου Ουσακώφ στην ιστορική διαδρομή των Ιονίων και η σύγκρουση απόψεων που προσωπικά διαπιστώσαμε, ομολογούμε πως μας θύμισαν την πάλαι ποτέ συνήθεια της φυλής μας να ερίζει για το αν στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια ήταν καλύτερο …ελληνικό πολιτικό κόμμα το …Αγγλικό, το Ρωσικό ή το Γαλλικό!

Επειδή δεν είμαστε ιστορικοί, αλλά κι επειδή οι ιστορικοί -καθώς φαίνεται- μάλλον στερούνται της απαραίτητης αντικειμενικότητας και βλέπουν τα πράγματα μέσα απ΄ τους παραμορφωτικούς φακούς της ιδεολογίας τους, παραθέτουμε εδώ κάποιες απ΄τις πληροφορίες που συλλέξαμε για τον αμφιλεγόμενο ρόλο του Αγίου της Ρωσικής εκκλησίας και …καλά σας ξεμπερδέματα:

1

Η Βικιπαίδεια λοιπόν γράφει:

Άγιος Θεόδωρος Φιόντοροβιτς Ουσακώφ, ή Ουτσακώφ (ρωσική: Фёдор Фёдорович Ушаков; 1743-1817), ήταν Ρώσος ναύαρχος.
Βιογραφία
Κατά τον Β΄ Ρωσοτουρκικό πόλεμο καταναυμάχησε τον στόλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Κερτς το 1790. Την 1 Οκτωβρίου του 1798 μετά από Ρωσοτουρκικές συσκέψεις στη Κωνσταντινούπολη ο Ουσάκωφ αναλαμβάνοντας αρχηγός του Ρωσοτουρκικού στόλου και με υπαρχηγό τον Καντήρμπεη αποπλέει από την Κωνσταντινούπολη και πλέει στη θαλάσσια περιοχή των Επτανήσων όπου και καλεί με την ιστορική προκήρυξή του στις 16 Νοεμβρίου του 1798 τους Κερκυραίους σε επανάσταση, κατά της ασέβειας και αθεΐας των Γάλλων, μεταφέροντας και ειδική πατριαρχική εγκύκλιο του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄.
Μετά δε και τη συνομολόγηση της Ρωσοτουρκικής συμμαχίας του 1799, ο Ουσάκωφ προχώρησε με τη στρατιωτική βοήθεια του Αλή Πασά στην κατάληψη και κατοχή της Επτανήσου από τα Ρωσοτουρκικά στρατεύματα, δίνοντας τέλος στην προηγούμενη Γαλλοκρατία των Επτανήσων.
Αγιοκατατάχθηκε το 2001 και τιμάται εξίσου με τους αγίους ήρωες Αλέξανδρο Νέφσκι και Δημητρίο του Ντον.

2

Η Αυτοκέφαλη Ρωσική Εκκλησία λέει:

Άγιος Θεόδωρος Ουσακώφ-Ο ναύαρχος που αγίασε!(+2 Οκτωβρίου)

Δύο ρώσοι άγιοι είναι γνωστοί με το όνομα Θεώδωρος του Σαναξάρ.Ο ένας στις 19 Απριλίου και 21 Φεβρουαρίου και έζησε μεταξύ του 1717-1791.Ο άλλος ήταν ρώσος ναύαρχος,γεννήθηκε το 1743 κοιμήθηκε το 1817,η μνήμη του τιμάται στις 2 Οκτωβρίου ενώ είναι γνωστός και ως Άγιος Θεόδωρος Ουσακώφ το οποίο ήταν και το όνομά του. Θεωρεῖται ὁ θεμελιωτὴς τοῦ Α΄ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τῆς Ἑπτανήσου Πολιτείας.

Ο Άγιος Θεόδωρος ο ναύαρχος ήταν διάσημος στην Ρωσία πριν ακόμη αγιοποιηθεί.Ήταν εκλεκτός πολεμιστής και ήρωας του ρωσοτουρκικού πολέμου(1787-1791)ενώ πολέμησε και τους Γάλλους.Ήταν αήττητος χωρίς ποτέ να πληγωθεί.

Ανακυρήχθηκε άγιος όχι μόνο επειδή ήταν ήρωας.αλλά και επειδή έκανε πολλές ελεημοσύνες ενώ το 1807 αποτραβήχθηκε στην Μονή Σαναξάρ όπου επιδόθηκε σε ασκητικούς αγώνες.
Αγιοκατατάχθηκε το 2004 και τιμάται εξίσου με τους αγίους ήρωες Αλέξανδρο Νέφσκι και Δημητρίο του Ντον.

5.

Ὁ Ναύαρχος Θεόδωρος Οὐσακώφ επαιξε σημαντικὸ ρόλο στὴν ιστορία της σύγχρονης Κέρκυρας, ἀλλὰ καὶ γενικότερα τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ἀφοῦ εἶναι ὁ ἐλευθερωτὴς τῆς Ἑπτανήσου ἀπὸ τοὺς Γάλλους κατακτητὲς καὶ θεμελιωτὴς τοῦ πρώτου Ἑλληνικοῦ κράτους- τῆς Ἑπτανήσου Πολιτείας (1800-1807) – 347 χρόνια μετὰ τὴν ἅλωση τοῦ 1453 τῆς Πόλης

Ἐκκινῶντας ἀπὸ τὴν Μαύρη θάλασσα ὡς στόλαρχος τῆς Μεσογείου μὲ τὰ πλοῖα τοῦ στολου (ποὺ δημιούργησε ὁ πρίγκιπας Ποτέμκιν), διαπλέει τὸ Αἰγαῖο καὶ στὶς 13 Σεπ 1788 ἐλευθερώνει τὰ Κύθηρα, στὶς 14 Ὀκτ τὴν Ζάκυνθο, στὶς 23 Ὀκτ τὴν Κεφαλλονιά, στὶς 1 Ἰαν 1799 τὴν Λευκάδα. Τέλος στὶς 21 Φεβ 1799 ἔρχεται ἡ σειρὰ τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς Κέρκυρας, κάτω ἀπὸ τὶς ἔντονες ἐκδηλώσεις ἐνθουσιασμοῦ τῶν Ἑπτανησίων . Μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο, τὸ 1800 ἰδρύεται ἡ Ἑπτάνησος Πολιτεία, μὲ τὴν βοήθεια καὶ καθοδήγηση τοῦ Ναυάρχου συμφιλιώνεται ὁ λαὸς καὶ γνωρίζει νέες καὶ ὄμορφες στιγμὲς μὲ ἐλπίδα γιὰ τὸ μέλλον του. Ἐπίσης σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ κίνηση νὰ ἐπαναγκατασταθῆ ὁ Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος στὴν Κέρκυρα, εἶχε ἐκδιωχθῆ γιὰ αἰῶνες ἀπὸ τοὺς λατίνους καὶ ἀπὸ τοὺς ἄθεους γάλλους

Ἡ παρουσία τοῦ Ναυάρχου Θεοδώρου Οὐσακὼφ καὶ τοῦ Ῥωσσικοῦ στόλου εἶναι ἐγγύηση γιὰ τὴν διατήρηση τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Α΄ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καθὼς οἱ περιπολίες τοῦ Ῥωσσικοῦ Ναυτικοῦ στὴν Μεσόγειο κρατοῦν μακρυὰ τοὺς ἐπίδοξους κατακτητὲς ἀπὸ τὴν δύση, ὅπως κρατοῦν ἐπίσης μακρυὰ καὶ τοὺς τουρκαλβανοὺς τοῦ Ἀλῆ πασᾶ.
Στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ Ὅσιος μονάζει στὴν Ἱ.Μονὴ Σαναξάρ, μοιράζοντας τὰ ὑπάρχοντά του σὲ ἀπόρους ναυτικοὺς τῆς Σεβαστουπόλεως.
Δίκαια θεωρεῖται ὁ θεμελιωτὴς τοῦ Α΄ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τῆς Ἑπτανήσου Πολιτείας καὶ γι’ αὐτὸ τιμᾶται ἀπὸ τοὺς Ἑπτανήσιους καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς Κερκυραίους.

4. ΟΥΣΑΚΩΦ 5

Η μορφή του (σαν ήρωα) στο χαρτονόμισμα των 5 καπικίων του 1987

 

Στον αντίποδα τώρα, ο Ζακυνθινός ιστορικός κ. Δημήτρης Αρβανιτάκης στο πόνημά του με τίτλο “Παραχαράκτες της Ιστορίας” που έγραψε τον Δεκέμβρη του 2012 και δημοσιεύτηκε σε ένθετο της εφημερίδας “Η ΑΥΓΗ” γράφει:

Εις μνήμην των Ελλήνων και Ρώσων

πεσόντων για την ελευθερία

και την ορθόδοξη πίστη

των πατέρων τους!

Η μάχη στη νησίδα Βίδο, υπό τις διαταγές του

ναυάρχου Ουσακώβ, αποτέλεσε την

αρχή για την απελευθέρωση της Κέρκυρας.

18-20 Φεβρουαρίου 1799.

Το μνημείο ανεγέρθηκε 8 Οκτωβρίου 2011 επί

δημάρχου Κέρκυρας Ιωάννη Τρεπεκλή.

Jean Baptiste Lesueur, «Επαναστάτες φυτεύουν το δέντρο της ελευθερίας», 1790

Αυτή την επιγραφή αντικρίζει όποιος φτάνει στο Βίδο, το καταπράσινο νησάκι που βρίσκεται σε ελάχιστη απόσταση από την πόλη της Κέρκυρας, σχεδόν μέσα στο λιμάνι. Μια πλάκα, με δίγλωσσο το παραπάνω κείμενο (ελληνικά και ρωσικά), τοποθετημένη στον βράχο, και δύο σημαίες να κυματίζουν γλυκά-γλυκά μέσα στην ησυχία της θάλασσας: αυτά υποδέχονται τον επισκέπτη, τον καλοκαιρινό τουρίστα συνήθως. Λοιπόν;

Ας διαβάσουμε ξανά το κείμενο. Ποιος ήταν εκείνος ο πόλεμος στον οποίον «Έλληνες και Ρώσοι έπεσαν για την ορθόδοξη πίστη των πατέρων τους»; Από ποιον κατακτητή «απελευθερώθηκε» η Κέρκυρα; Ποιος ήταν ο «εχθρός», ο οποίος ούτε καν αναφέρεται, και ποιος ήταν ο σύμμαχος των «πεσόντων για την πίστη…», ο οποίος επίσης αιδημόνως αποσιωπάται; Μια σειρά αποκρύψεων, ψευδών και διαστρεβλώσεων, με φαρδιά-πλατιά την υπερήφανη υπογραφή ενός πολιτικού αξιωματούχου: ενός εκλεγμένου του κερκυραϊκού λαού!

Αυτό το μνημείο, λοιπόν, στήθηκε «εις αιωνίαν ανάμνησιν» της πολιορκίας της Κέρκυρας από τον ενωμένο ρωσοτουρκικό στόλο, υπό την αρχηγία του ρώσου Ουσακώφ και του τούρκου Καδίρ μπέη, με σκοπό να εκδιωχτούν οι ναπολεόντειοι Γάλλοι από το Ιόνιο. Λίγον καιρό πριν, ο ίδιος (ρωσοτουρκικός, να μην το ξεχνάμε) στόλος είχε εκδιώξει τις αδύναμες φρουρές των γάλλων από τα άλλα νησιά του Ιονίου. Και ακόμα λίγον καιρό πιο πριν ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης, ο αλήστου μνήμης Γρηγόριος Ε΄, είχε εκδώσει τη διαβόητη εγκύκλιο, με την οποία καλούσε το «ορθόδοξο ποίμνιό του» να διώξει τον «μοχθηρό όφι», τους «άθεους Γάλλους» από τα νησιά. Σύμφωνα με την εγκύκλιο του πατριάρχη, μας λέει ο ψύχραιμος Ερμάννος Λούντζης, οι Ρώσοι και οι Τούρκοι έρχονταν «όχι για να υποτάξουν τους λαούς, αλλά για να τους απελευθερώσουν από τη γαλλική μάστιγα· να τους σώσουν από την ασέβεια· να επαναφέρουν την απαλλαγή των φόρων και τα προνόμιά τους (των λαών!)· και προσφέροντάς τους την αληθινή ελευθερία, να αποκαταστήσουν την ειρήνη και τη γαλήνη». Αυτή τη χριστιανικότατη εγκύκλιο, με την οποία η Εκκλησία των ορθοδόξων ετίθετο στην υπηρεσία του σουλτάνου και του τσάρου, θεωρώντας την απόλυτη εξουσία αυτών των δυο προτιμότερη από τον εκσυγχρονισμό που έφερναν οι θεσμοί των Γάλλων, αυτή την εγκύκλιο τη μοίραζαν οι παπάδες, οι ευγενείς και τα «τσιράκια» τους στις ρούγες των πόλεων, στις εκκλησίες, στα χωράφια και στα χωριά του Ιονίου, τρομοκρατώντας τους πολλούς με το σκιάχτρο του αφορισμού, της αθεΐας, της κόλασης κ.λπ…

Δύο πράγματα, μας λέει ο καημένος ο Λούντζης, φαίνονται περίεργα στην πατριαρχική εγκύκλιο: «πρώτον διακρίνεται η ιερατική οργή· δεύτερον φαίνεται παράξενο να μιλάει για πίστη και για χριστιανική θρησκεία ένας λειτουργός του Ιησού Χριστού στο όνομα του σουλτάνου και να υπόσχεται στους λαούς ελευθερία στο όνομα του ίδιου και του τσάρου».

Ο σεισμός της Γαλλικής Επανάστασης, οι τεράστιες πολιτικές, ιδεολογικές και κοινωνικές αλλαγές που έφερε το 1789, το γκρέμισμα της Βενετικής Πολιτείας και το τέλος της Βενετοκρατίας στα νησιά του Ιονίου, το κάψιμο του Λίμπρο ντ’ Όρο και το Δέντρο της ελευθερίας στις πλατείες, η εγκαθίδρυση νέων θεσμών (όσο ο χρόνος και οι συνθήκες το επέτρεψαν), η κατάργηση των θεσμοθετημένων αιωνόβιων ταξικών προνομίων, η συμμετοχή του απλού λαού και των χωρικών (τι ανήκουστα πράγματα για τον παράδεισο των αρχόντων!), οι λόγοι στην Πατριωτική Εταιρεία της Κέρκυρας, η χειραφέτηση των Εβραίων, η αίσθηση της ελευθερίας — α!, τίποτα, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν απασχόλησε τους αρχιτέκτονες του μνημείου! Ούτε οι αναπτερωμένες ελπίδες του Αδαμάντιου Κοραή, ο οποίος από το μακρινό Παρίσι πανηγύριζε το όνειρο της εθνικής απελευθέρωσης που έμοιαζε να πλησιάζει, ούτε οι ελπίδες του Ρήγα Βελεστινλή, ούτε η ποίηση του Μαρτελάου — τίποτα, τίποτα…

Για την ιστορία του Ιονίου, αλλά και για ολόκληρη την ελληνική ιστορία, η διείσδυση των «γαλλικών ιδεών» στον ελληνικό χώρο και η σύντομη πολιτική κυριαρχία των Γάλλων στα νησιά υπήρξε μια στιγμή κομβική. Οι Έλληνες, σε μεγάλο βαθμό, προσέλαβαν την παρουσία των Γάλλων όχι τόσο ως μια δυνατότητα κοινωνικής αλλαγής όσο ως μια πιθανότητα εθνικής απελευθέρωσης. Ας μην αναλύσουμε τούτη τη στιγμή τις κοινωνικές εκδοχές αυτής της πρόσληψης, αλλά ας μείνουμε σ’ αυτό: διαβάζοντας τα κείμενα του Κοραή, του Μαρτελάου, της Πατριωτικής Εταιρείας της Κέρκυρας ή τις διακηρύξεις των Δημαρχείων των νησιών του Ιονίου αντιλαμβανόμαστε ότι οι Έλληνες σε κείνη την ιστορική ευκαιρία έβλεπαν μπροστά τους τον δρόμο του έθνους: της εθνικής απελευθέρωσης· όπως συνέβη, σε μεγάλο βαθμό, και στην Ιταλία.

Η ιστορική στιγμή της δίχρονης σχεδόν γαλλικής παρουσίας στο Ιόνιο, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράξενο, μέχρι στιγμής μάς είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστη. Καμία πραγματικά σύγχρονη ιστορική μελέτη δεν έχει αφιερωθεί σε τούτη την κομβική στιγμή της ελληνικής ιστορίας. Δεν ξέρουμε καλά ούτε όλα τα σχετικά κείμενα (υπέρ ή κατά, δημοσιευμένα εκείνον τον καιρό ή αργότερα), ούτε τον ρόλο πολλών προσώπων, ούτε τις συμπεριφορές, ούτε τις κοινωνικές ή άλλου είδους διαφοροποιήσεις, ούτε τους διαμορφούμενους θεσμούς, ούτε καλά-καλά τους τρόπους και τις διαβαθμίσεις της συγκαιρινής πρόσληψής της: μας λείπουν πολλά. Αλλά όσα κενά κι αν έχουμε, όσο κι αν η παρουσία των Γάλλων στο Ιόνιο συνοδεύτηκε και από ενέργειες ή καταστάσεις που ήταν αρνητικές (υπερβολική φορολόγηση, σύγκρουση ντόπιων και γάλλων για την πολιτική διαχείριση, ιστορικά κατανοητές πράξεις αντεκδίκησης κ.λπ.), τίποτα δεν μπορεί να μειώσει τη δυναμική της ιστορικής στιγμής.

«Finalmente la Repubblica è caduta!» («Επιτέλους, η Ρεπούμπλικα έπεσε!»): έτσι πανηγυρικά άρχιζε το κείμενό του ο κερκυραίος ευγενής Αντώνιος Ροδόσταμος (1800), εκφράζοντας την αγαλλίαση των εχθρών των Γάλλων, μόλις καταλήφθηκε η Κέρκυρα, και οι ευγενείς έκαναν δοξολογία στον Άγιο Σπυρίδωνα υπέρ των «ελευθερωτών» (των Ρώσων και των Τούρκων δηλαδή): προφανώς, γιατί έβλεπαν μπροστά τους την επιστροφή των ημερών της απόλυτης εξουσίας και των προνομίων τους, πράγμα που προσπάθησαν να κάμουν στα επόμενα χρόνια με τη βοήθεια των «απελευθερωτών». «Μέρα πιο δυστυχισμένη δεν εγνώρισα από εκείνη που έζησα όταν ο γαλλικός στρατός εγκατέλειπε την Κέρκυρα», γράφει ο Κυθήριος Γεώργιος Παυλίνης (1802), ο οποίος ακολούθησε τους Γάλλους για να ενταχθεί στη γαλλική στρατιά της Ιταλίας. Δεν είναι εδώ η στιγμή να παρακολουθήσουμε τους δρόμους που ανοίχτηκαν μετά το 1800 για την ιστορία του Ιονίου και για την ελληνική ιστορία ή τις συγκρούσεις (κοινωνικές, πολιτικές, διπλωματικές) που οδήγησαν στην πολύ σημαντική εξέλιξη της δημιουργίας της «Ιονίου πολιτείας». Το ζήτημα εδώ είναι η χονδροειδής χρήση της ιστορίας.

Όμως, όχι: ο κύριος δήμαρχος τέτοιες ανησυχίες δεν έχει. Μα, «δεν κάνει ιστορία», θα μου πείτε. Λάθος! Η παραχάραξη της ιστορίας, είτε από πρόθεση είτε από άγνοια, αδιάφορο, είναι επίσης λόγος επί της ιστορίας: η χρήση της ιστορίας (ιδεολογική τη λέγανε κάποτε) παράγει λόγο, παράγει μνήμη: παράγει χρόνο, παρελθόν και μέλλον δηλαδή. Κυρίως, όταν ο λόγος αυτός επενδύεται με την αυθεντία του πολιτικού και αποτυπώνεται ανάγλυφα στα μάτια μας μέσω του επιβλητικού λόγου των δημοσίων μνημείων. Αλφαβητάρι είναι αυτά, θα μου πείτε, αλλά ο κύριος δήμαρχος μοιάζει να μην τα σκέφτεται αυτά. Ή μήπως όχι; Θέλω να πω ότι δεν γνωρίζω το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποφασίστηκε η δημιουργία του εν λόγω μνημείου. Μπορώ, βεβαίως, να εικάσω: οι στενότατες σχέσεις της Εκκλησίας της Κέρκυρας με τη ρωσική Εκκλησία, οι πολυπόθητες επενδύσεις ρωσικών κεφαλαίων στο Ιόνιο, οι χιλιάδες τουρίστες (α, να και οι τουρίστες, που λέγαμε στην αρχή!) που τα τελευταία χρόνια κατακλύζουν τις παραλίες του Ιονίου. Μπορώ να εικάσω… Κι έτσι, η ιδεολογική χρήση της ιστορίας αιχμαλωτίζει τον ιστορικό χρόνο: βλέπει ο ρώσος τουρίστας (αν βέβαια είναι και «επενδυτής», ακόμα καλύτερα) το μνημείο, το βλέπει και ο έλληνας (αν βέβαια είναι φτωχός και εξαθλιωμένος, ακόμα καλύτερα), ο ιστορικός χρόνος γίνεται ένας αχταρμάς, άσε που εκείνη η «ορθόδοξη πίστη των πατέρων» λειτουργεί καθαρτικά, συσκοτιστικά δηλαδή, και εκβιάζει την αποδοχή. Ναι, έτσι ο ιστορικός χρόνος γίνεται βρωμερή πλαστελίνη, υποχείριο, υπηρέτης της εξουσίας.

Λίγον καιρό πριν, εδιάβασα την είδηση για μια ρωσική αντιπροσωπεία που επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο, για να συζητήσει θέματα επενδύσεων (αχ, αυτή η απελευθερωτική λέξη!). Οργανώθηκαν εκδηλώσεις προς τιμήν της, επισκέψεις και συσκέψεις — α, και ένα «επιστημονικό» συνέδριο οργανώθηκε (έστω λίγο στο πόδι, μην τυχόν και λείψει ο πολιτισμός από τις μπίζνες), για να δοθεί και μία πολιτιστική χροιά στο γεγονός· πώς αλλιώς; Ελπίζω ότι δεν θα δούμε άλλη μία πλάκα στη Ζάκυνθο που να μας υπενθυμίζει κι εκεί τους «απελευθερωτές» ρωσοτούρκους του 1799. Μας φτάνει αυτό το όνειδος που στολίζει τις ακτές της Κέρκυρας.

(Σημείωση Σύνταξης: Παρότι επιστήμων ιστορικός ο κ.  Αρβανιτάκης, οι εκτιμήσεις του δεν μας φάνηκαν αποτέλεσμα ιστορικής  αντικειμενικότητας αλλά μάλλον προϊόν προσωπικής ιδεολογο-πολιτικής θεώρησης. Γιατί είναι κομμάτι ανιστόρητο να λέμε πως οι επίσης κατακτητές Γάλλοι έφεραν κουβάλησαν μαζί τους τις ιδέες του Διαφωτισμού και της Δημοκρατίας. Βιαιότητες κουβάλησαν κι αυτοί κι επιπλέον μάλιστα υπέρμετρη φορολογία…

Ακόμη θα ήταν άδικο να μην παραδεχτούμε δυο αδιαμφισβήτητες ιστορικές αλήθειες: Πρώτη και σημαντικότερη είναι ότι η παρουσία και η δράση του Ρώσου ναυάρχου, ακόμη και με την συμπαρουσία του τουρκικού στόλου και την στρατιωτική συνδρομή του Αλή πασά,  ήταν ευεργετική για την δημιουργία της Ιόνιας Πολιτείας αργότερα, η οποία ήταν όντως το πρώτο σχετικά ανεξάρτητο ελληνικό κράτος μετά την άλωση. Και δεύτερη αλήθεια είναι ότι όντως ο Ρώσος ναύαρχος, παρότι ήταν στρατιωτικός που υπηρετούσε ένα έντονα δεσποτικό καθεστώς σε μια πολύ σκληρή και βάναυση εποχή, ήταν τηρουμένων των αναλογιών ένας ενάρετος και βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος, ο οποίος κατέληξε ασκητής και μεγάλος φιλάνθρωπος).

 

Μια μάλλον πιο επιστημονική θεώρηση είναι αυτή της PEMPTOUSIA .GR, που ασχολούμενη κυρίως με την αγιοποίηση   συγκεκριμένου αγίου γράφει:

Ο ναύαρχος Θεόδωρος Ουσακώφ και η αναγνώρισή του ως αγίου από το Πατριαρχείο Μόσχας

Η διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως στα τέλη του 20ού αιώνα και η ουσιαστική αποκατάσταση της Ρωσικής Εκκλησίας εντός του ρωσικού κράτους έφερε την έως τότε διωκόμενη Ρωσική Εκκλησία αντιμέτωπη με νέα δεδομένα. Η άμεση ρύθμιση των εκκρεμοτήτων του παρελθόντος, η ζέση στην ανάληψη πνευματικών πρωτοβουλιών, καθώς και ο επαναπροσδιορισμός της θέσεώς της εντός και εκτός της Ρωσίας κρίθηκαν επιβεβλημένα και οι νέες προοπτικές που ανοίγονταν για το Ρωσικό Πατριαρχείο θεωρήθηκαν άμεσα αξιοποιήσιμες. Οι τάσεις αυτές έγιναν αισθητές για πρώτη φορά στην Τοπική Σύνοδο του 1988 που πραγματοποιήθηκε για τον εορτασμό της επετείου των 1000 ετών από τον εκχριστιανισμό των Ρώσων στον τομέα της αναγνωρίσεως νέων αγίων με την αναγνώριση εννέα προσώπων και έλαβαν τελική μορφή μετά από μακρά περίοδο ζυμώσεων στη μεγάλη Αρχιερατική Σύνοδο του Ιωβηλαίου του 2000 με τη μαζική κατάταξη στα εορτολόγια της Εκκλησίας της Ρωσίας πάνω από 200 αγίους και 800 νεομάρτυρες[1]. Παράλληλα η διακήρυξη των «Βασικών κοινωνικών αρχών της Ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας» στην ίδια Σύνοδο κατέστησε σαφές ότι η επιθυμία της Ρωσικής Εκκλησίας ήταν να καταλάβει εκ νέου τη θέση της ηγεμονεύουσας Εκκλησίας στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και στο εξωτερικό και οι μαζικές ανακηρύξεις αγίων που πραγματοποιήθηκαν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και γι’ αυτόν το σκοπό[2]. Πράγματι η δραστηριότητα της Ρωσικής Εκκλησίας προς αυτήν την κατεύθυνση άρχισε ήδη να αποδίδει καρπούς σε παγκόσμια κλίμακα και ιδιαίτερα στο ελληνικό έδαφος με την περίπτωση της αναγνωρίσεως ως αγίου του ναυάρχου Θεοδώρου Ουσακώφ[3].
Ο Θεόδωρος Θεοδώροβιτς Ουσακώφ (1745 περίπου-1815) υπήρξε ένδοξος ναύαρχος του αυτοκρατορικού ρωσικού ναυτικού. Γεννήθηκε στο χωριό Μπουρνάκοβο της επαρχίας του Γιαροσλάβλ το έτος 1745 και ήταν γόνος οικογένειας ευγενών. Μετά την αποφοίτησή του από τη στρατιωτική σχολή του ναυτικού της Αγίας Πετρουπόλεως το έτος 1766 κατατάχθηκε στο στολίσκο της Αζοφικής Θάλασσας και από τη θέση αυτή κατά τη διάρκεια των ετών 1768-1774 έλαβε μέρος στον A΄ Ρώσο-Τουρκικό Πόλεμο (1768-1774). Κατά τη διάρκεια του πολέμου διακρίθηκε για τα προσόντα και το ζήλο του στη διοίκηση ενός ταχυδρομικού πλοίου και έπειτα μιας κανονιοφόρου, ενώ στο τέλος του πολέμου συμμετέσχε στην άμυνα της πρώτης ρωσικής βάσεως στην Μπαλακλάβα της Κριμαίας.
Μετά το τέλος του πολέμου και τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) ο Θεόδωρος Ουσακώφ μετατέθηκε στο στόλο της Βαλτικής Θάλασσας και ένα έτος αργότερα επέστρεψε στη Μαύρη Θάλασσα στη διοίκηση της φρεγάτας «Άγιος Παύλος», ενώ από το 1783 επιφορτίστηκε με νέα καθήκοντα –την επιτήρηση για τη ναυπήγηση νέων πλοίων στη Χερσώνα και τη συμμετοχή στη δημιουργία της κύριας βάσεως του ρωσικού στόλου στη Σεβαστούπολη– οπότε και διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες και για την ιδιαίτερη μέριμνά του για την προστασία των κατοίκων και των υφισταμένων του από την πανώλη.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1787-1792) ο Ουσακώφ διακρίθηκε και για τις στρατιωτικές αρετές του. Στις 3 Ιουλίου 1788, υποναύαρχος ακόμη, στη θέση του διοικητή της εμπροσθοφυλακής του ρωσικού στόλου κατόρθωσε σημαντική νίκη κατά των Τούρκων στο Φιδονήσι της σημερινής Ουκρανίας, συνέπεια της οποίας υπήρξε η ευρεία αναγνώριση του προσώπου του και η ανάθεση σε αυτόν της γενικής διοικήσεως ολόκληρου του στόλου της Μαύρης Θάλασσας από τον παντοδύναμο αρχιστράτηγο, πρίγκιπα Γρηγόριο Αλεξάνδροβιτς Ποτέμκιν, ευνοούμενο της αυτοκράτειρας της Ρωσίας Αικατερίνης Β΄ (1762-1796). Με την προσωπική συμβολή του Θεοδώρου Ουσακώφ στην αλλαγή της έως τότε χρησιμοποιούμενης πολεμικής τακτικής ο ρωσικός στόλος πέτυχε και μια σειρά από άλλες εξίσου σημαντικές νίκες –στον πορθμό του Κερτς, τη νήσο Τένδρα και το ακρωτήριο Καλή Άκρα στη Μαύρη Θάλασσα– που συνέβαλαν αποφασιστικά στην τελική νικηφόρα έκβαση του πολέμου υπέρ της Ρωσίας και είχαν ως αποτέλεσμα την επίσπευση της υπογραφής της συνθήκης του Ιασίου (1792).
Οι επιτυχίες αυτές απέφεραν στον Θεόδωρο Ουσακώφ τα παράσημα του Αγίου Γεωργίου (άστρο του Αγίου Γεωργίου Β΄ βαθμού) και του Αλεξάνδρου Νιέφσκυ, την προαγωγή του στο βαθμό του αντιναυάρχου, καθώς και την καθιέρωσή του ως στρατιωτικής φυσιογνωμίας στη θάλασσα. Για το λόγο αυτό, όταν οι ιστορικές συνθήκες έφεραν τη Ρωσία αντιμέτωπη με τους Γάλλους δημοκρατικούς και τον Ναπολέοντα, ανατέθηκε στον Ουσακώφ η διαφύλαξη των ρωσικών συμφερόντων στη Μεσόγειο και η εκδίωξή των γαλλικών δυνάμεων από τα Ιόνια νησιά, ώστε μακροπρόθεσμα να αποτραπεί η προς Ανατολάς επέκτασή τους. Πράγματι ως αντιναύαρχος πλέον ο Ουσακώφ το φθινόπωρο του 1798 με σχετική ευκολία απελευθέρωσε κατά σειρά τα Κύθηρα, τη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά και τη Λευκάδα και συνέβαλε προσωπικά στην οργάνωση της τοπικής αυτοδιοικήσεως των νήσων που υπήχθη αρχικά τουλάχιστον στην ανωτάτη εξουσία του. Με αυτόν τον τρόπο πραγματοποιήθηκε και η απελευθέρωση της Κέρκυρας, η κατάληψη του φρουρίου της οποίας μετά από τετράμηνη πολιορκία υπήρξε και η λαμπρότερη σελίδα στην καριέρα του και η οποία του χάρισε το βαθμό του ναυάρχου παράλληλα με την παγκόσμια αποδοχή και αναγνώριση[4].
Σε όλη τη διάρκεια ωστόσο των επιχειρήσεων αυτών ο Θεόδωρος Ουσακώφ δεν διακρίθηκε μόνο για τα στρατιωτικά του προσόντα. Οι πηγές ομόφωνα κάνουν λόγο για το ήθος και την ευγένεια του χαρακτήρα του, αλλά και την προσωπική του ευσέβεια. Είναι χαρακτηριστικές οι συχνές περιπτώσεις απελευθερώσεως γάλλων αιχμαλώτων, η πάγια τακτική σεβασμού των περιουσιακών τους στοιχείων, η φροντίδα του για την προστασία του τοπικού πληθυσμού από τις ύπουλες διαθέσεις του κατ’ ανάγκη και για την περίσταση συμμαχικού τουρκικού στόλου με προσωπικές εκκλήσεις μάλιστα στον τσάρο Παύλο Α΄ (1796-1801), καθώς και η αποτροπή του μόνιμου κινδύνου που ενσαρκωνόταν στο πρόσωπο του Αλή πασά μέσω εξαιρετικών διπλωματικών χειρισμών, αλλά και η μέριμνά του για την ανασύσταση του επισκοπικού θρόνου της Κέρκυρας[5]. Για όλους αυτούς τους λόγους, αλλά και εξαιτίας των αυθαιρεσιών των Γάλλων, οι οποίοι δεν είχαν σταθεί αντάξιοι των ιδεών της Γαλλικής Επαναστάσεως που θεωρητικά οι ίδιοι πρέσβευαν, ο ελληνικός πληθυσμός των Επτανήσων είδε τους Ρώσους ως απελευθερωτές και υποδέχθηκε, κατά γενική ομολογία, με θέρμη τον αντιναύαρχο, ο οποίος πέραν των ανωτέρω συνέβαλε και στη δημιουργία της Επτανήσου Πολιτείας, του πρώτου ανεξάρτητου κρατικού μορφώματος στον ελλαδικό χώρο μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως καθιστάμενος έτσι σημαίνουσα προσωπικότητα στην ιστορία των Επτανήσων εν γένει[6].
Βάσει των παραπάνω στοιχείων δεν είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι ρωσικοί παράγοντες δραστηριοποιήθηκαν προς την κατεύθυνση προβολής του προσώπου του Θεοδώρου Ουσακώφ και της προσφοράς του στην Ελλάδα και τα Επτάνησα. Αξιομνημόνευτο όμως είναι ότι οι προσπάθειες προβολής του Ουσακώφ στην Ελλάδα και την αυτοκέφαλη Ελλαδική Εκκλησία δεν περιορίζονται στην αναγνώρισή του ως ρώσου εθνικού ήρωα και ενδεχομένως ευεργέτη των Ελλήνων, αλλά βασίζονται πλέον στην αιφνίδια ανακήρυξή του ως αγίου από το Πατριαρχείο της Μόσχας. Πράγματι η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας, μετά από σχετική έρευνα κατά την καθιερωμένη τακτική της στο ζήτημα των αναγνωρίσεων αγίων, που παγιώθηκε κυρίως από την Αρχιερατική Σύνοδο του Ιωβηλαίου και εξής, προχώρησε τον Οκτώβριο του 2004 επισήμως στην ένταξη του Θεοδώρου Ουσακώφ στη χορεία των γενικής τιμής αγίων της, ενώ ήδη από το 2001 τον είχε συναριθμήσει στους τοπικούς αγίους της επαρχίας του Σαράνσκ[7]. Με αφορμή τα ανωτέρω το έτος 2002 το ρωσικών συμφερόντων ίδρυμα «Russkij Predprinimatel’» σε συνεργασία με την Ιερά Μονή Danilovskij, έδρα του Πατριαρχείου της Μόσχας, πραγματοποίησαν στην Κέρκυρα σειρά εκδηλώσεων στη μνήμη του ρώσου ναυάρχου και το έτος 2005 ομάδα ρώσων και ομογενών επιχειρηματιών επιχείρησαν τη σύσταση ομωνύμου με το ναύαρχο ιδρύματος στην Ελλάδα που θα είχε ως αποστολή τη διαιώνιση της μνήμης του αγίου Θεοδώρου Ουσακώφ και την ίδρυση και συντήρηση ναών προς τιμήν του εντός της χώρας[8].
Οι εν λόγω ενέργειες του ρωσικού πατριαρχείου και των άλλων παραγόντων ωστόσο έγειραν ερωτηματικά και προκάλεσαν ποικίλους προβληματισμούς ως προς τη σκοπιμότητα τέτοιων κινήσεων που είναι δυνατόν να ερμηνευθούν ως ανάμιξη στα εσωτερικά μιας άλλης αυτοκέφαλης Τοπικής Εκκλησίας και παρέμβαση εις βάρος της νόμιμης δικαιοδοσίας της. Και τούτο αφενός επειδή το ζήτημα ανεγέρσεως ιερών ναών σε ξένη επικράτεια και η διαχείρισή τους εντάσσεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εκάστοτε Τοπικής Εκκλησίας[9] και αφετέρου επειδή η λογική πορεία της τιμής ενός αγίου τείνει αυθορμήτως από την τοπικότητα προς την οικουμενικότητα και δεν επιβάλλεται στο τοπικό εκκλησιαστικό πλήρωμα έξωθεν, ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη αναγνώριση εντάσσεται στο πλαίσιο των αναγνωρίσεων αγίων που εγκαινίασε η Ρωσική Εκκλησία με την Τοπική Σύνοδο του 1988 και κορυφώθηκε με τις μαζικές αναγνωρίσεις αγίων από την Αρχιερατική Σύνοδο του Ιωβηλαίου το 2000 δίνοντας αφορμή να κατηγορηθεί η ίδια αφενός και για τη δημιουργία μιας νεοφανούς τάσεως «βιομηχανίας αγίων», αλλά και για σύγχυση των κριτηρίων της Ορθόδοξης Παραδόσεως σχετικά με το ζήτημα αυτό[10].
Πραγματικά η Τοπική Σύνοδος του 1988 πέραν του Μάξιμου του Γραικού (1470-1556), του μητροπολίτη Μόσχας Μακαρίου (1482-1563), της Ξένης της διά Χριστόν σαλής (1732-αρχές του 19ου αι.) και του ιερομονάχου Αμβροσίου της μονής της Όπτινα (1812-1891), που ανακηρύχθηκαν άγιοι εξαιτίας της ευρείας λαϊκής τιμής στο πρόσωπό τους και του θαυματουργικού τους χαρίσματος, αναγνώρισε παράλληλα ως αγίους το μεγάλο ηγεμόνα της Μόσχας Δημήτριο Ντονσκόι (1350-1389) και τον αρχιμανδρίτη Παΐσιο Βελιτσκόφσκι (1722-1794) για την προσφορά ανεκτίμητων υπηρεσιών στην Εκκλησία, τον Ανδρέα Ρουμπλιώφ (1360-α΄ μισό του 15ου αι.) για τον ασκητικό του βίο και τον επίσκοπο Ιγνάτιο Brjančaninov (1807-1867) μαζί με τον επίσκοπο Θεοφάνη τον Έγκλειστο (1815-1894) για τον υψηλό πνευματικό τους βίο και το συγγραφικό τους έργο.
Αντίστοιχα η Αρχιερατική Σύνοδος του 1989 προχώρησε στην αναγνώριση των πατριαρχών Ιώβ και Τύχωνα εξαιτίας των ανεκτίμητων υπηρεσιών τους στην Εκκλησία, ενώ η Τοπική Σύνοδος του 1990 αναγνώρισε έναν μόνο άγιο, τον Ιωάννη της Κρονστάνδης με το αδιαμφισβήτητο επιχείρημα της εκτεταμένης λαϊκής τιμής και της θαυματουργίας. Κατά παρόμοιο τρόπο η Αρχιερατική Σύνοδος του 1992 προχώρησε στην αναγνώριση των γονέων του αγίου Σεργίου του Ράντονεζ, Κυρίλλου και Μαρίας, για τον ενάρετό τους βίο, αλλά και των: μητροπολίτη Kιέβου και Γαλικίας Βλαδίμηρου Bogojavlenskij (1848-1918), μητροπολίτη Πετρουπόλεως και Γκντωβ Βενιαμίν Kazanskij (1873-1922), αρχιμανδρίτη Σεργίου Shein (1866-1922), Γεωργίου Novickij (1882-1922) και Ιωάννου Kovšarov (1878-1922) ως των πρώτων μαρτύρων του σοβιετικού καθεστώτος. Παρομοίως η ίδια Σύνοδος συναρίθμησε στη χορεία των νεομαρτύρων της Ρωσικής Εκκλησίας τη μεγάλη πριγκίπισσα Ελισάβετ Feοdorovna (1864-1918) και τη μοναχή Βαρβάρα (†1918) που μαρτύρησε μαζί της, χωρίς όμως να καθίσταται φανερό εάν το μαρτύριό τους είχε πολιτικά κίνητρα ή ήταν όντως μαρτύριο υπέρ του Χριστού.
Περαιτέρω η Αρχιερατική Σύνοδος του 1994 αναγνώρισε ως αγίους το μητροπολίτη Μόσχας και Κολόμνας Φιλάρετο Drozdov (1782-1867) για την προσφορά του στην Εκκλησία και τους μάρτυρες ιεραποστόλους πρωτοπρεσβύτερο Αλέξανδρο Hotovickij (1872-1937) και πρωθιερέα Ιωάννη Kočurov (1871-1917), ενώ η Αρχιερατική Σύνοδος του 1997 ενέταξε στους νεομάρτυρες της Ρωσικής Εκκλησίας τους μητροπολίτες Κρουτίτσης Πέτρο Poljanskij (1862-1937) και Σεραφείμ Čičagov (1856-1937) και τον αρχιεπίσκοπο Θαδδαίο Uspenskij (1872-1937). Τέλος η Αρχιερατική Σύνοδος του Ιωβηλαίου του 2000 προχώρησε στην αναγνώριση άνω των 200 αγίων και 800 νεομαρτύρων που μαρτύρησαν κατά τη διάρκεια του σοβιετικού καθεστώτος, χωρίς όμως και πάλι να καθίσταται σαφές το μαρτύριο υπέρ του Χριστού και η ρητή ομολογία πίστεως που προσιδιάζει και χαρακτηρίζει τους μάρτυρες, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ανάμεσα στους παραπάνω κατατάχθηκε και ο τσάρος Νικόλαος Β΄ με τα μέλη της οικογένειάς του στην τάξη των Παθοφόρων αγίων. Οι Παθοφόροι άγιοι αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία μαρτύρων της Ρωσικής Εκκλησίας, οι οποίοι ηθελημένα έχασαν τη ζωή τους και δεν πρόβαλαν αντίσταση στους δημίους τους, για να αποφευχθεί με αυτόν τον τρόπο ο εμφύλιος πόλεμος και η άσκοπη αιματοχυσία[11].
Κατά συνέπεια η διαδικασία αναγνωρίσεως που ακολουθήθηκε, καθώς και τα πρόσωπα που τελικά επιλέχθηκαν προς ένταξη στα εορτολόγια της Εκκλησίας της Ρωσίας προκάλεσαν έντονο προβληματισμό και εύλογα ερωτηματικά, αφενός επειδή η διαδικασία αυτή υπήρξε περίπλοκη και χρονοβόρα, στοιχείο που δεν είναι οικείο στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφετέρου επειδή δεν υπήρξε σαφής διάκριση μεταξύ των μαρτύρων της πίστεως και εκείνων που οδηγήθηκαν στο μαρτύριο και το θάνατο ως εθνομάρτυρες ή εχθροί του καθεστώτος και τέλος επειδή κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά αίτια χρησιμοποιήθηκαν ως κίνητρο γι’ αυτές τις αναγνωρίσεις, ενώ παραθεωρήθηκαν άλλα αυθεντικότερα κριτήρια της Ορθόδοξης Παραδόσεως, όπως το χάρισμα της θαυματουργίας και η προϋπόθεση της ευρείας τιμής από το εκκλησιαστικό πλήρωμα[12].

6
Αντίστοιχα αναφορικά με την αναγνώριση ως αγίου του Θεοδώρου Ουσακώφ οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η λαμπρή καριέρα του ως ναυάρχου και το ένδοξο πέρασμά του από τη Μεσόγειο, η προσφορά αδιαμφισβήτητων υπηρεσιών στην πατρίδα του, αλλά και στους Έλληνες, παράλληλα με το ήθος και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του τον κατέστησαν μια αξιόλογη προσωπικότητα μεν και ικανότατο ναύαρχο δε, αλλά τα στοιχεία αυτά δεν δικαιολογούν την πρωτοβουλία του πατριαρχείου Μόσχας να σπεύσει να τον κατατάξει στους αγίους του. Τούτο έρχεται σε σύγκρουση με τη μακραίωνη παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κατά την οποία οι άγιοι δεν επιβάλλονται με επίσημες Πράξεις Ανακηρύξεως, αλλά πρώτα αναδεικνύονται από το Θεό και έπειτα καθιερώνονται ως τέτοιοι στην κοινή συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Στην περίπτωση μάλιστα του ναυάρχου Ουσακώφ η τιμή του από το πλήρωμα της Εκκλησίας της Ρωσίας, ατράνταχτο επιχείρημα για τις αναγνωρίσεις άλλων αγίων, ίσως δεν αποτελεί παρά έκφραση της ευγνωμοσύνης του ρωσικού λαού απλώς προς ένα εθνικό του ήρωα και όχι αυθεντική λαϊκή αναγνώριση της αγιότητάς του.
Πέραν όμως των ανωτέρω προβληματισμών δεν θα ήταν θεμιτό να παραγνωριστεί η δικαιολογημένη επιθυμία της Ρωσικής Εκκλησίας να προβληθεί ξανά σε τοπική, αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια μέσω των ανακηρυχθέντων αγίων της. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν αυτή η Εκκλησία είχε αναστείλει την κανονική της λειτουργία για μια μακρά περίοδο και κλήθηκε μόλις τα τελευταία έτη να αναπληρώσει το κενό που προκλήθηκε από τη μακρόχρονη αδράνειά της και να επανακτήσει το χαμένο έδαφος με αφετηρία τις αναγνωρίσεις νέων αγίων. Τοιουτοτρόπως μέσω αυτών η Εκκλησία της Ρωσίας θέλησε καταρχήν να τιμήσει και να επιβραβεύσει εκείνα τα μέλη της που διακρίθηκαν για την ευσέβειά τους και κατέστησαν πρότυπα μιμήσεως για τους υπόλοιπους χριστιανούς και επιπλέον θέλησε να αποκαταστήσει τη μνήμη όλων των προσώπων εκείνων που διώχθηκαν για χάρη της και τελικώς έλαβαν το στέφανο του μαρτυρίου δολοφονηθέντες από τους ιδεολογικούς αντιπάλους της. Παρόλο που οι αριθμοί των αγίων που εντάχθηκαν και συνεχώς εντάσσονται στα μαρτυρολόγιά της δεν επιτρέπουν το βαθύτερο έλεγχο των επιλογών αυτών της Ρωσικής Εκκλησίας και την περαιτέρω κριτική των κριτηρίων που χρησιμοποιήθηκαν, είναι δυνατόν να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα της ανανεωμένης συνοδικής λειτουργίας μιας πολυπληθέστατης τοπικής Εκκλησίας που επί 70 έτη τελούσε υπό διωγμόν. Υπ’ αυτήν την οπτική γωνία κατανοείται ευχερέστερα τόσο ο υπέρμετρος ζήλος όσο και η σπουδή που επέδειξε στον τομέα αυτό η Εκκλησία της Ρωσίας με την τόσο ριζική ανανέωση του εορτολογίου της. Εξάλλου με τις αναγνωρίσεις αυτές επιτεύχθηκε παράλληλα η ενδυνάμωση της παρουσίας της εντός του ρωσικού κράτους και ο επαναπροσδιορισμός της θέσεώς της ως της μόνης επίσημης Εκκλησίας της χώρας. Τοιουτοτρόπως κατέστη εφικτό για τη Ρωσική Εκκλησία να διεκδικήσει εκ νέου τη μοναδικότητα και την αποκλειστικότητα της ηγεμονεύουσας Εκκλησίας και έτσι επιχείρησε να επανεντάξει στους κόλπους της τους αδιάφορους χριστιανούς και εκείνους που υπέστησαν τη χρόνια αθεϊστική σοβιετική προπαγάνδα, αλλά και τους πεπλανημένους οπαδούς των πολλών εν δράσει στη Ρωσία σύγχρονων αιρετικών παραφυάδων και σεκτών. Επιπλέον με τις αναγνωρίσεις αυτές ικανοποιήθηκε το λαϊκό αίσθημα του αδιασάλευτα πιστού πληρώματος που υπέστη από το καθεστώς τα ίδια με την επίσημη Εκκλησία δεινά και υπέφερε τις ίδιες καταπιέσεις και ήδη κατά τη διάρκεια ακόμα του σοβιετικού καθεστώτος αναγνώριζε ως μάρτυρες, όσους είχαν πέσει θύματα αυτού. Ταυτόχρονα δόθηκε στη Ρωσική Εκκλησία η ευκαιρία να εκφράσει και εκείνη με τη σειρά της εμμέσως τη δυσαρέσκειά της κατά του παλαιού καθεστώτος και να προσεγγίσει με τον τρόπο αυτό και τους Ρώσους της διασποράς, που εξαιτίας των προσωπικών τους διωγμών υπεδείκνυαν ιδιαίτερη ευαισθησία κυρίως αναφορικά με τις αναγνωρίσεις των νεομαρτύρων και μάλιστα αυτής της τσαρικής οικογένειας. Ως εκ τούτου οι πρόσφατες αναγνωρίσεις αγίων από τη Ρωσική Εκκλησία αποτελούν ένα πολυσήμαντο και πολυδιάστατο γεγονός, το οποίο δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί αποκομμένο από τις επίκαιρες συνθήκες και περιστάσεις, αλλά είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί συνυπολογίζοντας όλους τους ανωτέρω παράγοντες. Η αγιότητα εξάλλου είναι μέγεθος που υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα και κριτήρια και εν τέλει μόνο οι αυθεντικοί άγιοι μένουν διαχρονικά στη συνείδηση των πιστών, η φήμη τους εν καιρώ ξεπερνάει τα στενά τοπικά πλαίσια και μόνο αυτοί εντάσσονται αβίαστα στα Αγιολόγια και των υπολοίπων τοπικών Εκκλησιών απολαμβάνοντας οικουμενική τιμή και αναγνώριση.

7.ΟΥΣΑΚΩΦ -ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ

(Σ.Σ: Για καλύτερη ευκρίνεια κάνετε κλικ πάνω στην εικόνα)

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.