Αποχαιρετισμός στον μπάρμπα Λάμπρο

Αποχαιρετισμός στον μπάρμπα Λάμπρο

του Ηλία Τσάκαλου

Αποχαιρετισμός στον μπάρμπα Λάμπρο

Ο μπάρμπα Λάμπρος Παπαδόπουλος μέσα στο μαγαζάκι που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του

***

Κι  όμως  είναι τόσο δύσκολο να πω δυό λόγια για τον μπάρμπα Λάμπρο αυτή την ώρα. Αισθάνομαι πολύ αδέξιος να γράψω ότι σκέφτομαι, να εξηγήσω αυτά που έζησα σαν αδερφικός φίλος του από μικρό παιδί, να εξηγήσω τα συναισθήματά μου αποχαιρετώντας τον. Και τι να πω και πώς να το πω και πόσα θα ακούσετε απ΄ αυτά που θα πω χρησιμοποιώντας τον απλό, χαρούμενο και ευθύ λόγο που του άρεσε πάντα να μιλάει και να συνεννοείται με τους ανθρώπους.

Θα πω ότι μπορέσω και θα προσπαθήσω να μετρήσω την απώλεια του και την απώλεια του κόσμου του από την μικρή ζωή που ζούμε. Δεν θα αρχίσω τις μεγάλες κουβέντες που μιλάνε όλοι, περισσότερο για επίδειξη και ελάχιστα για  τον άνθρωπο που γύρω του υπήρξε ένας κόσμος που χάνεται για πάντα από τα μάτια μας.

Ο μπάρμπα Λάμπρος, ο γυιός της θειά Μαρίνας απ΄το Πινακοχώρι κατέβηκε στην Χώρα για να απαντήσει την μοίρα του σιμά στον αδερφό της  μάνας του τον μπάρμπα Χριστογιάννη τον Παπαδόπουλο. Ήρθε να ζήσει μαζύ του, παιδί του και διάδοχος του στο φτωχικό μαγαζί με τις βαφάδες και τις σκούφιες απέναντι απ΄ την Παναγία των Εισοδίων. Πικραμένος από τον θάνατο του αδερφού του ¨Αγγελου,αντάρτη του ΕΛΑΣ,  και αμετάπειστος στις αρχές που πλήρωσαν οι άνθρωποί του προσπάθησε να φκιάξει απ΄την αρχή αυτό το μαγαζάκι, που ίσα και στέκονταν στα πόδια του, να ζήσει τα παιδιά του και να σταθεί  έχοντας συναλλαγή με τον φτωχόκοσμο των χωριών μας και της πόλης. Με το παλιό αυτοκινητάκι  ΦΟΡΝΤ-ΤΑΥΝΟΥΣ έκανε το γυρολόγο στα χωριά μας και στο Ξηρόμερο προσπαθώντας να φτάσει αυτός στην πελατεία του και να συναντήσει όλον αυτόν τον πικραμένο , νικημένο, φτωχό και περήφανο κόσμο της δεκαετίας του πενήντα και του εξήντα.  Συχνά το αντίτιμο των συναλλαγών του ήταν αυγά, τραχανάς, μύγδαλα, τυριά, λάδι, ότι είχε και μπορούσε η κάθε γυναικούλα με τα μαύρα για να πάρει ένα μπράτσο πανί  που να μην είναι αγανό.

Πάλεψε  με τις βαφάδες, το ντρίλι, τα γνέματα, τους μουλινέδες, τις σκούφιες, τις τσίπες, τις αρκέλες και τα υφάσματα για τα χωριάτικα και ευρωπαϊκά των φτωχών νοικοκυράδων να βγάλει το ψωμί του, να θρέψει οικογένεια, να μορφώσει τα παιδιά του, να σταθεί με αξιοπρέπεια και να δώσει το παρόν μέσα στην κοινωνία στον αγώνα για την δικαίωση των ανθρώπων που χάθηκαν για τα ιδανικά του εξανθρωπισμού των ανθρώπων μέσα από τον πολιτικό χώρο της Αριστεράς.

Δυνατός και οπλισμένος απ΄ την σοφία τόσων ανθρώπων που διάβαιναν από τα μάτια του του περίσσευε απ΄ την ψυχή του να χαμογελάσει και να χαρεί για τον κόπο που έκανε.

Ήταν πολύ δυνατός άνθρωπος με θέληση να ζήσει και να μεταφέρει στον κόσμο ότι είδε και έμαθε. Δεν κράταγε μυστικά για αυτά που γνώριζε . απλόχερα τα μοίραζε στους ανθρώπους με το απαραίτητο και διδακτικό καλαμπούρι του. Σωστή κινητή μνήμη και γνώση για ότι παρήλθε, για τις θύμησες των προηγούμενων για όλη τη ζωή που είχε φύγει και που η συναναστροφή του με τις γυναίκες-πελάτισσές του τις είχαν πλουτίσει. Ήταν να τον χαίρεσαι όταν συνεννοούνταν με τις γυναίκες. Πάντα με την πλάκα του και με το χαμόγελο στα χείλια. Και στο καφενέ ανάμεσα στο πικέτο , το τζογολί και  το τρισέτε πάντα χαμογελούσε και έδινε στο παιχνίδι την αξία που είχε για αυτόν σα μέσο κοινωνικής συναναστροφής. Πείσμωνε καμιά φορά πάνω στο παιχνίδι, αλλά και πεισμωμένος ήταν ο ωραίος ο χαμογελαστός ο μπάρμπα Λάμπρος που τον σέβονταν όλοι στο καφενείο.

Δε ξέρω τι άλλο να πω. Κρατάω μέσα μου την παρουσία του έως θανάτου και να πω ότι διάβηκε απ΄ αυτή τη γη , δικαιολόγησε την παρουσία του, χάρηκε τον αγώνα του και μας αποχαιρετά πηγαίνοντας τώρα στον πικραμένο φτωχόκοσμο της άλλης ζωής για να ανοίξει το μαγαζί  του Λάμπρου του Χριστογιάννη με τις κόπιτσες, τις βαφάδες, τις σκούφιες, τις αρκέλες και τα γνέματα για να έχει όλος αυτός ο κόσμος που χάθηκε τον Άγιο Πραματευτή του για να τους  τα προμηθεύει για λίγες δεκάρες τρύπιες.

Ας παραμείνει μέσα μας η μνήμη του όπως τον γνώριζε ο καθένας μας  και να ευχηθούμε στα παιδιά και τα εγγόνια του να ζήσουν και να χαίρονται τη ζωή όπως αυτός.

Σημείωση :

Στις 3 Σεπτέμβρη 2018 έγινε η κηδεία που πολύ στενού μου φίλου Λάμπρου Παπαδόπουλου. Μου ζήτησαν οι δικοί  του άνθρωποι να τον αποχαιρετίσω. Είπα όλα τα παραπάνω στην γλώσσα που καταλαβαίνει ο καθένας και όπως ακριβώς θα ήθελε να τα πω κι ο ίδιος.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *