ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΑ ΚΑΙ ΑΞΕΧΑΣΤΑ: “Ο Στράτος και οι φακές”

%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%ad%ce%b1%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%8d%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b1%cf%82

Του Ανδρέα Σταύρακα

Η Καρυά μέχρι το 1960 είχε περίπου τρεις χιλιάδες κατοίκους και ήταν το  ωραιότερο και το μεγαλύτερο χωριό του Νομού της Λευκάδας.Έμεινε ωραίο αλλά έγινε μικρό, όπως όλα τα χωριά της Ελλάδας, αφού μετά τον πόλεμο τρέχαμε στα πέρατα του πλανήτη για μια καλύτερη ζωή .Η επιδημία της  μετανάστευσης ήταν σαν την επιδημία της Ασιατικής γρίπης . Έφυγαν οι νέοι και έμειναν τα περήφανα γηρατειά,  όπως έλεγε κι  ο αρχηγός μας, ο εξ «Αμερικής ορμώμενος».

Η Καρυά το καλοκαίρι ήταν και είναι ένας παράδεισος .  Όταν ξυπνάει η γη, μια απαλή μουσική από πολυάριθμα πετούμενα θωπεύουν και νανουρίζουν τις αισθήσεις .Τα γύρω βουνά, στέλνουν απλόχερα ανάμικτα αρώματα, από σκίνο, αγράμπελη, πουρνάρι, πεύκο, ελιά, αμπέλι κι από μύρια άλλα φυτά και λουλούδια. Η Καρυά τότε, έως το εξήντα περίπου, ήταν ένα από τα καλύτερα θέρετρα παραθερισμού, αφού στα παράλια θέριζαν η ελονοσία κι η φυματίωση.

Στις αρχές  του καλοκαιριού  το 1955, ο Στράτος, ο Λαμπράκης, ο Σπύρος κι ο Ανδρέας έπρεπε να αφήσουν αυτό τον παράδεισο, με τα πυκνόφυλλα πλατάνια της όμορφης πλατείας και το ουζάκι με ντοματούλα από τον κήπο της Σοφιάς που ήταν άρωμα , την παστή σαρδέλα από τον μακαρίτη τον Ντάντολη και το σερβίρισμα από το σπεσιαλίστα Μπομπιεμένο, το καφεδάκι του Μπαμπλά και του Γόρα από ρεβίθι Βραζιλίας και το κρύο νερό από το μοναδικό και ωραίο κεφαλόβρυσο .

Κάθε Δευτέρα κατεβαίναμε στη Χώρα, δουλεύαμε μέχρι το Σάββατο και το βράδυ  με τα πόδια η με κάνα φορτηγό αυτοκίνητο, αν βρίσκαμε, ανεβαίναμε στην Καρυά. Η πόλη τότε  δεν είχε αποχέτευση και τα νερά από τους νεροχύτες ,έπεφταν στα αυλάκια του δρόμου «ακατέργαστα». Όπως και τα κανάτια από τη βραδινή εκκένωση των κατοίκων τα έριχναν το πρωί ακατέργαστα, στην ανατολική και δυτική παραλία της πόλης κι η βρώμα ήταν αφόρητη .

Τα κουνούπια  ήταν σαν μικρά  ελικόπτερα, οι μπουρανέλοι το είχαν κάπως συνηθίσει αλλά για μας τους χωριάτες που ήμαστε συνηθισμένοι με καθαρό αέρα,  ήταν οδυνηρό .Ο Λαμπράκης ο μακαρίτης που έπιανε πολύ εύκολα φιλίες, είχε γνωρίσει τον  Ντίνο  που είχε μεγάλη μυωπία και μια μέρα που πηγαίναμε στα στενά της δυτικής παραλίας μέσα στο αυλάκι ήταν μερικά  κουνούπια. Ο Ντίνος μας σταματάει και φωνάζει, « παιδιά κοιτάξτε μέσα στο αυλάκι είναι  καραβίδες » παίρνει μια πέτρα και την πετάει πως θα σκοτώσει τις  καραβίδες, ενώ εμείς είχαμε πεθάνει από τα γέλια .

Τέτοια ήταν τα χάλια τότε της Χώρας , ώσπου βρέθηκε κάποιος Καρσάνος βουλευτής  και την ξεσκάτωσε, κάνοντας την αποχέτευση και όχι μόνο . Αυτό  όμως δεν του το συχώρεσαν ποτέ ορισμένοι που τους αφαίρεσε σώνει και καλά αυτό το μεγαλείο που το είχαν συνηθίσει…

Μια φορά, όταν ο μακαρίτης ο τζαμαρίας είχε φέρει το πρώτο λεωφορείο και φθάνοντας στην Καρυά, προερχόμενος από τη Χώρα, σταμάτησε στην πλατεία της Καρυάς για να κατέβουν οι επιβάτες.  Ανοίγοντας την πόρτα βγήκαν από το λεωφορείο μερικά κουνούπια και κάνα-δυο κάθισαν στο χέρι του μπάρμπα Μουτζουρή κι ο καψερός έλεγε πως δεν είχε ξαναδεί τέτοια ζωύφια. Ρώτησε  λοιπόν το Μποχόνα  που ήταν δίπλα του, «κουμπάρε τη μουσαφιραίοι είναι τούτοι; »

Ο μακαρίτης ο μπάρμπα Μποχόνας του απαντάει πως είναι κουνούπια και βγήκαν από το λεωφορείο που ήρθε από τη Χώρα. Φωνάζει ο μπάρμπα Μουτζουρής το Σπύρο  και του λέει, «συμπέθερε θα σε φροντάρω» .

-Γιατί μπάρμπα Μουτζουρή;

– Γιατί έφερες από τη Χώρα αυτά τα καταραμένα ζωύφια, είπε και γέλασαν όλοι κι έγινε το σώσε. Τα καλαμπούρια βλέπετε  του συγχωρεμένου του μπάρμπα Μουτζουρή ήταν πολύ νόστιμα…

             *****

Ο Στράτος ήταν πολύ δυνατό παιδί και είχε μάθει την τέχνη του χτίστη από τον μακαρίτη τον πατέρα του. Δούλευε για τρεις μαστόρους , αλλά όπως δούλευε πολύ, ήθελε και να φάει πολύ.  Θυμάμαι στο γάμο της αδερφής του της Σοφίας έφαγε εφτά πιάτα μακαρόνια, από κείνα που ήταν σαν σωλήνες  ¾ της ίντσας, με σάλτσα από ντομάτα εκείνης της εποχής και από τράγιο κρέας με μπόλικο γιδίσιο τυρί, που μοσχοβολούσε όλο το χωριό .

Κάθε μεσημέρι στη Χώρα που δουλεύαμε, τρώγαμε σε μια ταβέρνα, «όνομα και μη χωριό». Τη μέρα εκείνη που έγινε το παρακάτω περιστατικό, είμαστε πολλοί  πελάτες , οι πιο πολλοί Καρσάνοι.

Σε μια γωνία θυμάμαι, καθόταν κάθε μέρα ένας κύριος, προφανώς εργένης, υπάλληλος της γεωργικής υπηρεσίας. Φορούσε παντελόνι άσπρο λινό, πουκάμισο φρεσκοσιδερωμένο και γραβάτα, ενώ ήταν πάντα φρεσκοξουρισμένος.   Όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι τότε έπρεπε να είναι κομψά ντυμένοι για να πάνε στο γραφείο τους, δεν ήταν όπως σήμερα που ο πάσα ένας φοράει μια πήχη γένια κι ένα ζευγάρι σαγιονάρες και πάει στο γραφείο του.

Ο κύριος που κάθονταν στη γωνία της ταβέρνας λοιπόν, τοποθετούσε πάντα όμορφα το σακάκι του, που ήταν κι αυτό ίδιο χρώμα με το παντελόνι, κάτασπρο, σε μια καρέκλα δίπλα του. Ο μακαρίτης ο Λαμπράκης τον χαιρετούσε που και που, τον είχε κεράσει και κάνα δυο φορές και είχε αποκτήσει κάποια οικειότητα μαζί του. Αν και όποιος φορούσε γραβάτα τότε δύσκολα  τον πλησίαζε κανείς, αλλά ο Λαμπράκης ήταν μαέστρος σ’ αυτά… .

Εκείνη τη μέρα ο ταβερνιάρης μας είπε πως είχε φακές Εγκλουβής. Του είπαμε λοιπόν να μας φέρει τέσσαρες μερίδες, μια ντοματοσαλάτα και κόκκινο κρασί κεροπάτι. Έφερε ο ταβερνιάρης τα πιάτα που μέσα είχαν μερικά κλωνιά φακές,  που κυνηγιόνταν μεταξύ τους μέσα σε καθαρό νερό .

Ο Στράτος έριξε μια λοξή ματιά στο περιεχόμενο, κοκκίνισε ελαφρώς και είπε στον ταβερνιάρη, «καλά φακές είπαμε να μας φέρεις κι εσύ μας έφερες ζουμί δίχως λίγο λάδι». Οι πελάτες πήγαν να γελάσουν μα δεν τόλμησαν γιατί ο ταβερνιάρης θα τους έκοβε την πίστωση, γιατί τότε τρώγαμε όλοι βερεσέ. Ο ταβερνιάρης όμως παρεξηγήθηκε και είπε στο Στράτο, «τόσοι πελάτες που τρώνε δεν διαμαρτυρήθηκ κανένας, μόνο εσύ που είσαι ο καπετάν φασαρίας».

Ποιος είδε το διάολο και δεν τον φοβήθηκε τότε. Σηκώνεται ο Στράτος, εδράζει το πιάτο και το πετάει στις τέσσερις σάπιες σανίδες που τις λέγανε ταβάνι. Τρέχει, περνάει από το μαγειρείο, πετάει κάτω κάνα- δυο κατσαρόλες και φεύγει σαν δαιμονισμένος.

Το περιεχόμενο του πιάτου το αχάριστο, έπεσε όλο σχεδόν στο άσπρο σακάκι του φουκαρά του υπάλληλου.  Ο κύριος έμεινε ατάραχος, εμείς τα είχαμε χάσει. Αφού πέρασε ένα λεπτό περίπου, φωνάζει ο κύριος τον ταβερνιάρη και ζήτησε  το όνομα και το επίθετο του Στράτου. Είπε δε πως αν δεν του πάρει άλλο σακάκι θα του κάνει μήνυση . Ακούσαμε εμείς για μηνύσεις και για δικαστήρια, την εποχή εκείνη μάλιστα που τα φρονήματα και τα μητρώα ήταν ελαφρώς έως βαριά «λερωμένα» και γίναμε σαν το άσπρο πανί .

Ο Λαμπράκης προσπάθησε να πει κάτι, μα ήταν το κλίμα τόσο βαρύ που δεν εύρισκε τα λόγια, αλλά σε μια στιγμή πετιέται απότομα και λέει .

-Εγώ θα σας αγοράσω άλλο  σακάκι αν έχει λερωθεί έστω και λίγο .

Παίρνει την καρέκλα μαζί με το σακάκι , βγαίνει έξω και το βάζει στον ήλιο, Αύγουστος μήνας μεσημέρι ήτανε, που ψήνονταν λαχανόπιτα στον ήλιο απ΄ την πολλή ζέστη. Μετά μπαίνει μέσα με τουπέ που έδειχνε πως είχε όλα τα δίκια του κόσμου.  Λέει στον υπάλληλο, βάζουμε στοίχημα πως άμα στεγνώσει δεν θα φαίνεται καθόλου λεκές .

Έσπασε προσωρινά κάπως το βαρύ κλίμα, άρχισε μια συζήτηση, ο ένας έλεγε τούτο ο άλλος κάτι άλλο, πέρασαν καμιά δεκαριά λεπτά. Βγαίνει ο Λάμπρος έξω, παίρνει το σακάκι που εν τω μεταξύ είχε στεγνώσει, το τίναξε μερικές φορές και το έφερε μέσα. Ήταν πιο καθαρό και πιο άσπρο από πριν! Έτσι όλα τέλειωσαν κατ’  ευχήν κι από τότε γινήκαμε φίλοι με τον κύριο Παναγιώτη, έτσι τον έλεγαν τον υπάλληλο της γεωργικής  υπηρεσίας.

Όπως μας είπε ύστερα από καιρό, ήταν στη Λευκάδα με δυσμενή μετάθεση λόγω πολιτικών φρονημάτων. Κύλησε το τσέτζερι και βρήκε το καπάκι…  Ο δε ταβερνιάρης είχε γίνει έξω φρενών που είχε πλέον αποδειχθεί πως οι φακές όχι μόνο δεν είχαν σταγόνα λάδι , αλλά ούτε είχαν καν βράσει, γιατί τότε θα είχαν αφήσει κάποιο ίχνος λεκέ επάνω στο σακάκι.

Α . Ι . Σ . Κόκορος .

 

 

 

 

 

.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.