Νέα ήθη (ένα άρθρο και μια απάντηση του Ν. Γαζή)

ΝΙΚΟΣ ΝΕΟΣ

Του ΝΙΚΟΥ ΓΑΖΗ

Μετά την ποίηση, για την οποία γράψαμε πρόσφατα, η Λευκάδα  πρωτοπορεί και εκπλήσσει με τις επιδόσεις της και στον γραπτό λόγο, ιδιαίτερα στον χώρο του τοπικού τύπου! Νέους δρόμους στη δημοσιογραφία όμως φαίνεται πως ανοίγει το εκδοτικό συγκρότημα της Βαυκερής! Τι δρόμους δηλαδή, που για λεωφόρους ολόκληρους πρόκειται!! Που με απλά λόγια σημαίνει πως πρέπει να ξεχάσουμε ότι ξέραμε και ν΄ αρχίσουμε να λειτουργούμε με τον τρόπο που δείχνει ο εκδότης των ορεινών καλών Νέων κι η αρθρογράφος του: Δεν χρειάζεται πλέον να γράφουμε είδηση ή ρεπορτάζ, ούτε άρθρο ούτε (δικό μας) σχόλιο. Υπάρχει καλύτερος τρόπος να προσφέρουμε στην τοπική κοινωνία κι αυτός ήδη εφαρμόζεται στο ευαγές αυτό ίδρυμα: Παίρνουν ένα ρεπορτάζ, ένα άρθρο, ένα σχόλιο αλλουνού, το βάζουν στο κρεβάτι του Προκρούστη, το ερμηνεύουν και το …συμπληρώνουν όπως τους αρέσει και στο τέλος το σχολιάζουν με βάση τις ερμηνείες που αυθαίρετα οι ίδιοι του έδωσαν!

Αμ πως!

Έτσι προκύπτουν τρία καλά (για μας αν τους μιμηθούμε) στην συσκευασία του ενός: Πρώτον γλιτώνουμε απ΄ τον βασανιστικό μπελά του τι θα γράψουμε. Δεύτερον γλιτώνουμε τη σκέψη, τον κόπο και το χρόνο του γραψίματος (αφού γράφουν οι άλλοι αντί για μας…). Και τρίτον αφενός αποδομούμε το άρθρο, με το οποίο δεν συμφωνούμε και αφετέρου κατατροπώνουμε τον δημιουργό του (με τον οποίο επίσης δεν συμφωνούμε…).

Είναι μια μέθοδος που ξεκίνησε πειραματικά απ΄ τον ορεινό εκδότη με το ρεπορτάζ του γράφοντος για την λαθρομετανάστιδα της Νηράς, επαναλήφθηκε βελτιωμένη με ρεπορτάζ και άρθρο μου για την λαθρομετανάστευση και  τις απειλές της, στην συνέχεια στο στόχαστρο μπήκαν πρώτα η συνάδελφος Βιολέτα (με το Άρωμα Λευκάδας) κι ύστερα η νεαρή δημοσιογράφος των Νέων της Λευκάδας Γεωργία Αραβανή και το θέμα έκλεισε (προς το παρόν, γιατί στο μέλλον έχει ο Θεός) με κάποια δικά μου παραπολιτικά σχόλια.

Και μην νομίσετε πως μιλάμε για κάποιο μικρό σχόλιο ή μερικά σχολιάκια που κάνει ο άνθρωπος επειδή διαφωνεί με τα γραφόμενα, γιατί μιλάμε για ολόκληρο το επίμαχο θέμα αυτούσιο που μετά το ανάλογο χειρουργείο και τον σχετικό σχολιασμό, θα αποτελέσει το πρώτο και ενδεχομένως και το δεύτερο θέμα της εφημερίδας του! Ή αν το θέλετε σε ποσοστά, ενίοτε αυτά μπορεί να αποτελούν ακόμη και το 70% της ύλης του! Μ΄ άλλα λόγια, ο φίλος Γιάννης βρήκε έναν άκοπο τρόπο να γεμίζει την εφημερίδα του με δικά μας δημοσιεύματα και δικά του σχόλια και κριτικές! Γι αυτό και μιλήσαμε πριν για νέες λεωφόρους…

Άξιος συμπαραστάτης του εκδότη η (κατά περιόδους) αρθρογράφος του κυρά-Δέσποινα, η οποία εκτός ότι απεδείχθη γενικότερα λανθάνουσα κι όχι μόνο «γλώσσα», ξεπέρασε και τον μέντορά της στο καινοφανές αυτό σπορ, θυμίζοντάς μας την παροιμία που λέει «έμαθα και μαστορεύω…»! Μόνο που τούτη εμπιστεύεται τόσο πολύ τον εκδότη της, κατά πως φαίνεται, που δεν διαβάζει καν τα πρωτότυπα, αλλά εδράζει την κριτική και τα σχόλιά της απ΄ ευθείας στην δική του «μετάφραση»! Κι έτσι καταφέρνει να εκτίθεται περισσότερο ακόμη κι απ΄ τον ίδιο…

Κρίμα…

Αφού λοιπόν η εν λόγω κυρία με εγκαλεί και με ρωτά αν ακούω τι λέω κι αν διαβάζω τι γράφω, κάπου μου φορτώνει και τους …Κινέζους(!) σαν επίδοξους λαθρομετανάστες, ενώ   με …συγχαίρει ειρωνικά «που αντιλήφθηκα το μέγεθος  της παγκόσμιας συνωμοσίας (το ότι την  γράφει «συνομωσία»(!) το αποδίδω στην  κακή επιρροή του μέντορά της) κατά του ευλογημένου έθνους μας» και με πέντε θαυμαστικά, παρακαλώ!

Όχι κυρά Δέσποινά μου, σου τα είπαν λάθος. Οι Κινέζοι απουσίαζαν από κάθε δική μου αναφορά και αποδείχτηκαν πολύ έξυπνοι για να μας απειλούν σαν λαθρομετανάστες. Αυτοί το πολύ να μας αγοράσουν, (όπως έκαναν με τα λιμάνια μας), και να μας κάνουν «κούληδες», όπως ήταν κάποτε οι ίδιοι, (να τραβάμε δηλαδή σαν άλογα που είμαστε τα οικολογικά κάρα-ταξί τους, ώστε να μην ρυπαίνουν άλλο το περιβάλλον τους με τα μηχανοκίνητα…)

Ότι οι πρόσφυγες και οι λαθρομετανάστες θέλουν κι ονειρεύονται να πάνε στην Ευρώπη και το άκουσα και το γνωρίζω. Εσύ όμως μάλλον δεν άκουσες πως οι Ευρωπαίοι δεν συμφωνούν με το όνειρό τους -προφανώς δεν είναι φιλάνθρωποι Συριζαίοι- κι έτσι σφράγισαν τα σύνορά τους, οπότε μας ξέμειναν εδώ αμανάτι, σαν τον μουτζούρη στο ομώνυμο παιχνίδι! Γιατί βλέπετε οι Ευρωπαίοι,  ακόμα κι οι Σκοπιανοί, έχουν σοβαρότερες  κυβερνήσεις απ΄ τις δικές μας κι όχι …Τασίες, κύριο μέλημα των οποίων είναι να προστατεύουν τις χώρες τους!

Δεν έχω καμιά πρόθεση ν αντιδικήσω μαζί σου, αφού ούτε που σε γνωρίζω άλλωστε, όμως βλέποντας να υποστηρίζεις μετά βεβαιότητας πως η Τρέμη, η Στάη, ο Πρετεντέρης, ο Τσίμας, ο Μπογδάνος, ο Αυτιάς, ο Βερύκιος, η Κοσιώνη, κι όλοι οι επώνυμοι των ΜΜΕ μας έχουν κάψει όλα τα εγκεφαλικά κύτταρα, λογικά σκεπτόμενος υποθέτω πως προτείνεις να ενημερωνόμαστε απ΄ το έντυπο που σε φιλοξενεί, άντε κι απ΄ την Αυγούλα! Επειδή λοιπόν θορυβήθηκα, ομολογώ, από τη διάγνωσή σου, ψαχούλεψα και λιγάκι τα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Δεν ξέρω για τα δικά σου κυρά αρθρογράφε μου, αν είναι καμένα, τα δικά μου πάντως τα βρήκα μια χαρά: Ούτε λιγότερα από πριν είναι, ούτε καμένα, παρότι όλο και κάποιον απ΄ τους παραπάνω …«εμπρηστές» ακούω σχεδόν καθημερινά…

Και μια απορία ανάμικτη με διαμαρτυρία για το τελείωμά σου. Λες: «Προς το παρόν αυτά… Έχω όμως και συνέχεια…».

Μα τι κακό σου κάναμε κυρία μου και μας τρομάζεις έτσι;

==============================================================

Και τώρα θα ήθελα να δώσω μια ειδική, προσωπική απάντηση στον εκδότη των «Καλών Νέων» κ. Γιάννη Θερμό που ξεπέρασε τα όρια, λοιδορώντας την μόνη ιδιότητά μου που με κάνει πραγματικά περήφανο: Αυτή του διασώστη!

Αγαπητέ Γιάννη,

Λυσίου λόγος «υπέρ Αδυνάτου»(*)

«Οὐ πολλοῦ δέω χάριν ἔχειν, ὦ βουλή, τῷ κατηγόρῳ, ὅτι μοι παρεσκεύασε τὸν ἀγῶνα τουτονί. Πρότερον γὰρ οὐκ ἔχων πρόφασιν ἐφ’ ἧς τοῦ βίου λόγον δοίην, νυνὶ διὰ τοῦτον εἴληφα. Καὶ πειράσομαι τῷ λόγῳ τοῦτον μὲν ἐπιδεῖξαι ψευδόμενον, ἐμαυτὸν δὲ βεβιωκότα μέχρι τῆσδε τῆς ἡμέρας ἐπαίνου μᾶλλον ἄξιον ἢ φθόνου».

Που σημαίνει: Δεν απέχω πολύ απ΄ το να χρωστάω ευγνωμοσύνη, κύριοι βουλευταί(**), στον κατήγορο που μου ετοίμασε αυτήν εδώ τη δίκη. Διότι, ενώ πριν δεν είχα αφορμή,  να μιλήσω για την ζωή μου, τώρα εξ αιτίας τούτου έχω. Και θα προσπαθήσω με τα λόγια μου ν΄ αποδείξω ότι αυτός  μεν ψεύδεται, εγώ δε έχω ζήσει μέχρι σήμερα άξιος επαίνου μάλλον παρά φθόνου. (Σ.Σ. Διευκρινίσεις στο τέλος)

 ——————————————————-

Πραγματικά δεν νομίζω να υπάρχει πιο ταιριαστή αρχή γι αυτή την απάντησή μου,  απ΄ αυτή την αρχή του λόγου του αρχαίου Λυσία «υπέρ του αδυνάτου» κι ας την έγραψε ο άνθρωπος πριν από εικοσιτέσσερις ολόκληρους αιώνες και γι άλλη υπόθεση ο άνθρωπος! Είναι σαν να την έγραψε ο αρχαίος δικολάβος παραγγελία για μένα, τόσο πολύ με εκφράζει! Και θα ήταν παράλειψή μου να μην σ΄ ευχαριστήσω, που μου δίνεις την ευκαιρία να μιλήσω για τα δυο αυτά γεγονότα, που περήφανος τα θεωρώ σαν τα κορυφαία απ΄ όσα έκανα. Γιατί ακόμα και μια ανθρώπινη ζωή είναι ανεκτίμητη. Πόσο μάλλον οι δυο!

*******

Είναι φανερό (και γνωστό άλλωστε) πως με τον ορεινό εκδότη έχουμε διαμετρικά αντίθετες θεωρήσεις και προσεγγίσεις σε ιδεοπολιτικά ζητήματα, με σημαντικότερες τις εμμονές μας, αυτός να εμφανίζεται σαν ο τοπικός αναπαραγωγός της Αυγής κι ο θεματοφύλακας των Συριζαίικων επιλογών και πρακτικών κι εγώ να παραμένω φανατικά ανεξάρτητος, έξω από κάθε πολιτικό σχήμα και σκοπιμότητα. Και δεν έχω σκοπό λοιπόν να του απαντήσω στον ορυμαγδό των ανακριβειών και των αυθαιρέτων ερμηνειών με τις οποίες στολίζει και στην συνέχεια σχολιάζει τα άρθρα μου, κυρίως γιατί δεν θα ΄θελα να στερήσω τους αναγνώστες του απ΄ τα ψήγματα διασκέδασης που κατ΄ αυτόν τον τρόπο τους προσφέρει, αλλά και γιατί έχω άλλες, σοβαρότερες δουλειές να κάνω. Οφείλω πάντως να τον ευχαριστήσω για την τιμή που μου έκανε, τα κείμενά μου ν΄ αποτελέσουν το πρώτο και το μεγαλύτερο (σε έκταση) θέμα και μάλιστα σε δυο συνεχόμενες εκδόσεις της εφημερίδας του, αλλά και που σε κάθε σχεδόν φύλλο του δεν με ξεχνά! Άλλωστε η καλύτερη διαφήμιση είναι η δωρεάν…

Δράττομαι της ευκαιρίας όμως, μια που μου το ζήτησε κιόλας, να τον διαφωτίσω –έστω και με σημαντική καθυστέρηση-  για τις διασώσεις στις οποίες είχα την σπάνια τύχη και την μέγιστη ικανοποίηση να συμμετέχω, ώστε να μην εκτίθεται με τις αυθαίρετες και λαθεμένες υποθέσεις του που απέχουν έτη φωτός απ΄ την αλήθεια, κάθε φορά που αναφέρεται ειρωνικά στην ιδιότητά μου αυτή του «διασώστη». Και του χρωστώ ευγνωμοσύνη μάλιστα γι αυτό, όπως λέει κι ο Λυσίας, γιατί μη έχοντας πριν πρόφαση να μιλήσω γι αυτά (και για τον εαυτό μου), τώρα μου έδωσε την ευκαιρία να το κάνω χωρίς τον κίνδυνο να θεωρηθώ «ψώνιο»!

φωτ.1 ΕΠΑΙΝΟΣ

Στην προσπάθειά σου να με λοιδορήσεις λοιπόν φίλε Γιάννη, βιάστηκες να φτιάξεις ένα εντελώς λαθεμένο σενάριο για την πρώτη διάσωση, αυτή που μου απέφερε τον «ΕΠΑΙΝΟ» (βλπ. 1η φωτογραφία): Λες πως σαν καπετάνιος που ήμουν, περίπου αναγκάστηκα απ΄ το νόμο τάχα μου ν΄ ασχοληθώ με την διάσωση του ναυτόπαιδα, την οποία βέβαια -κατά την άποψή σου- έκαναν οι υφιστάμενοί μου κι όχι εγώ ο ίδιος… Σου λέω λοιπόν πως το σενάριό σου αυτό έχει την συνήθη σοβαρότητα των επιχειρημάτων σου, δηλαδή καμιά σχέση με την αλήθεια. Γιατί αν ήσουν στοιχειωδώς προσεκτικός όμως, θα έβλεπες πως η διάσωση αυτή έγινε πριν από 32 ολόκληρα χρόνια, όταν ήμουν ανθυποπλοίαρχος (ελάχιστα έστω πριν γίνω υποπλοίαρχος στο κρουαζιερόπλοιο «ΩΚΕΑΝΟΣ») κι όχι πλοίαρχος, όπως λες. Η ιστορία  λοιπόν έγινε ως εξής:

Ένα πρωϊνό στο τέλος του Οκτώβρη, μετά από τρίωρη αναζήτηση, εντοπίστηκε στα δέκα χιλιόμετρα περίπου ανοιχτά απ΄ την Αστυπάλαια στο φουρτουνιασμένο Νότιο Αιγαίο, ο ναυτόπαιδας του πλοίου μας που είχε πέσει στη θάλασσα. Η διάσωσή του ήταν εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση, γιατί με τις υπάρχουσες καιρικές συνθήκες μπορούσε να γίνει μόνο με σωσίβια βάρκα. Όμως ήταν φοβερά επικίνδυνη υπόθεση η καθαίρεση βάρκας με 7-8 μποφώρ άνεμο και κυματισμό ακόμα μεγαλύτερο, αφού κρατούσε απ΄ την προηγούμενη μέρα που τα μποφώρ ήταν 9 με 10! Ο εικοσάχρονος ναυτόπαις απ΄ την άλλη, παρότι ήταν γεροδεμένος, είχε σχεδόν αποκάμει κι ήταν φανερό πως δεν θα άντεχε για πολύ ακόμη αφού πάλευε με τα κύματα επί τρεις ολόκληρες ώρες!

Σε τέτοια περίπτωση Γιάννη μου κανείς δεν μπορεί να διατάξει κανέναν να μπει σε βάρκα και να κατέβει μαζί της στη θάλασσα, λόγω των πολλαπλών κινδύνων που διατρέχει. Πρώτα υπάρχει κίνδυνος με τον διατοιχισμό (δηλ. το κούνημα του πλοίου) να τσακιστεί η βάρκα κατά την καθέλκυση στα πλευρά του και να βρεθεί κι ο ίδιος στη θάλασσα στην ίδια ή και σε χειρότερη θέση (αν χτυπήσει κιόλας) με το ναυαγό. Αν αυτό δεν συμβεί, υπάρχει άλλος κίνδυνος να του ανοίξει το κεφάλι καμιά μπαστέκα, όταν θα προσπαθεί να απαγκιστρώσει τη βάρκα απ΄ αυτήν (είναι οι δυο τεράστιες μεταλλικές τροχαλίες με τους γάτζους στους οποίους  κρέμεται η βάρκα, βάρους άνω των 70 κιλών η κάθε μια και οι οποίες επίσης κουνιούνται με τον κυματισμό επικίνδυνα). Ίδιος και χειρότερος θα είναι ο κίνδυνος μετά, όταν θα πρέπει να επαναγκιστρωθεί η βάρκα για ν΄ ανέβη στο πλοίο, αφού τότε οι μπαστέκες όπως πάνε κι έρχονται με το κούνημα, θα πρέπει ν΄ αγκιστρωθούν ταυτόχρονα!  Κι ένας ακόμη κίνδυνος είναι ν΄ αναποδογυρίσει η βάρκα απ΄ τα κύματα κατά την επιχείρηση της διάσωσης…

Οπότε αντιλαμβάνεσαι φαντάζομαι γιατί ότι γίνεται σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, γίνεται μόνο από εθελοντές. Κι οι εθελοντές στην προκειμένη περίπτωση είμαστε εγώ σαν λέμβαρχος, ένας γ΄μηχανικός σαν μηχανικός, ο υποναύκληρος κι ένας έμπειρος ναύτης σαν πλήρωμα. Εμείς οι τέσσερις λοιπόν προσφερθήκαμε, ρισκάραμε, κινδυνέψαμε και στο τέλος  ευτυχίσαμε να σωθεί το παιδί. Η εθελοντική ανάληψη του κινδύνου ήταν λοιπόν που βραβεύτηκε κι όχι η διάσωση αυτή καθ΄ εαυτή…

φωτ.2 ΒΡΑΒΕΙΟ

Και για την δεύτερη περίπτωση όμως, αυτή που μου απέφερε το «ΒΡΑΒΕΙΟ» ((βλπ. 2η φωτογραφία), βιάστηκες να εκτεθείς συμπεραίνοντας πως αφού ήταν ένας ο ναυαγός, μάλλον κάποιος ψαράς ήταν, που τον έσωσε το πλήρωμά μου. Δεν ήταν ψαράς όμως Γιάννη μου, ένας Γερμανός επιβάτης ακτοπλοϊκού πλοίου (της γραμμής) ήταν, που πιωμένος βρέθηκε στη θάλασσα στ΄ ανοιχτά του νησιού Σαν Τζώρτζη (μεταξύ Ύδρας και Κύθνου). Το κρουαζιερόπλοιο ΜΙΣΤΡΑΛ ΙΙ στο οποίο ήμουν πλοίαρχος, έτυχε να βρεθεί  στην ευρύτερη περιοχή του συμβάντος και όπως είχε την υποχρέωση συμμετείχε στην έρευνα για τον ναυαγό μαζί με οκτώ ακόμη πλοία.

Θέλεις λοιπόν επειδή υπολόγισα σωστότερα την επίδραση των ρευμάτων και του ανέμου, θέλεις από τύχη (δική μου και περισσότερο όμως του ναυαγού, ο οποίος όλο κι απομακρύνονταν), μόνο εγώ τον έψαχνα (και τελικά τον βρήκα) σε απόσταση 8-10 χιλιομέτρων απ΄ το σημείο της πτώσης του  στη θάλασσα, (κι από κει που τον έψαχναν τα άλλα πλοία)!

Μετά την ανεύρεσή του βέβαια, το υπόλοιπο μέρος της διάσωσης ήταν σχετικά εύκολο σε τούτη την περίπτωση, δεδομένου πως οι καιρικές συνθήκες ήταν πολύ καλύτερες απ΄ την προηγούμενη περίπτωση, με τους ανέμους να μην ξεπερνούν τα 3-4 μποφώρ! Συνεπώς ο έπαινος σ΄αυτή την περίπτωση επιβράβευε προφανώς την οξυδέρκεια και κυρίως το αποτέλεσμα… Έτσι λίγο μετά τον εντοπισμό του, ο Γερμανός -εντελώς ξεμέθυστος πλέον μετά το δίωρο μπάνιο του- ανέβαινε στο πλοίο μου που τον μετέφερε ευγνώμονα στον Πειραιά!

Αυτή ήταν με λίγα λόγια η ιστορία των δυο διασώσεων που ευτύχησα να κάνω και πριν κλείσω, θα ήθελα να σου πω να μην διστάζεις να με ρωτάς για οποιαδήποτε απορία σου δημιουργείται απ΄ τα γραφόμενά μου, έτσι ώστε να μην εκτίθεσαι αχρείαστα στον κόσμο! Εγώ πάντως να ξέρεις είμαι και θα παραμείνω στην διάθεσή σου…

Διευκρινίσεις:

(*) Ο «Υπέρ Αδυνάτου» είναι ρητορικός δικανικός λόγος του Λυσία που γράφτηκε μετά την πτώση των Τριάντα Τυράννων (403 π.Χ.) και εκφωνήθηκε στη Βουλή των Αθηναίων από έναν ανάπηρο πολίτη, που αγωνίζεται μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου να υπερασπιστεί το δικαίωμά του για συνταξιοδότηση, δικαίωμα που το είχε καταγγείλει ένας συμπολίτης του γιατί το αμφισβητούσε και γιατί τον θεωρούσε ικανό προς εργασία.

(**) Η βουλή της αρχαίας αθηναϊκής πολιτείας στην οποία απευθύνεται ο «κατηγορούμενος» Αδύνατος, ήταν ένα συμβούλιο από 500 Αθηναίους πολίτες, που είχαν περάσει τα 30 τους χρόνια. Τα μέλη της βουλής, που ήταν 50 από κάθε μια από τις 10 φυλές των Αθηναίων εκλέγονταν με κλήρο για ένα χρόνο. Έργο τους ήταν η σωστή εφαρμογή των νόμων της πολιτείας και η προπαρασκευή νομοσχεδίων για την Εκκλησία του Δήμου, για να τα εγκρίνει. Έργο της ακόμα ήταν και η εκδίκαση κάθε καταγγελίας εναντίον των πολιτών.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.