Λησμονημένα κι αξέχαστα: «Τα αυγά της πάπιας»

Λησμονημένα κι αξέχαστα: «Τα αυγά της πάπιας»

του ΑΝΔΡΕΑ ΣΤΑΥΡΑΚΑ

Σκέφτομαι πολλές φορές, τα επικίνδυνα παιχνίδια που παίζαμε και τις τρέλες που κάναμε όταν είμαστε παιδιά, αλλά ούτε και οι γονείς μας  πρόσεχαν τόσο πολύ, όπως σήμερα.

Μας έστελναν από εφτά χρονών στην εξοχή με τα ζωντανά στο Λιβάδι και στο λόγγο, ανεβαίναμε στα  δέντρα που πολλές φορές πέφταμε από πολύ ψηλά, η μέσα στα χόρτα που μπορούσε να μας δαγκώσει κάποιο ερπετό. Και τα παιχνίδια όμως πού παίζαμε ήταν κι αυτά επικίνδυνα . Βέβαια τα ερπετά του λόγγου με το θόρυβο της περπατησιάς έφευγαν, αλλά κι’ αν καμιά φορά μας δάγκωνε κάποιο ερπετό, με τα γιατροσόφια που έκαναν τότε μπορούσε να τη σκαπουλάρουμε .

Σήμερα τα ερπετά βρίσκονται μέσα στις πόλεις  με ανθρώπινη μορφή, που είναι δύσκολο να τα αντιληφθεί κανείς και όταν δαγκώσουν κάποιο παιδί, η που θα χαθεί η θα μείνει ανάπηρο σε όλη του τη ζωή. Γι’ αυτό πρέπει να φυλάμε τα παιδιά σαν τα μάτια μας.

Ο Θανάσης κι εγώ  είμαστε από την ίδια γειτονιά, πηγαίναμε μαζί στο σχολείο και είμαστε σέμπροι, γιατί είχαμε ένα τετράδιο μαζί! Εγώ έγραφα από την αρχή προς το τέλος και ο Θανάσης από το τέλος προς την αρχή, γι’ αυτό και βρισκόμαστε πολλές ώρες μαζί.

Ο Θανάσης είχε μια θειά που την έλεγαν Θοδώρα στον Παράδεισο, εκεί στη Λυγιά, η οποία είχε παντρευτεί τον Λάζαρη, αδερφό του Χριστόφορου του εισαγγελέα. Έτσι οι δυο μας πολύ συχνά όταν βρίσκαμε ευκαιρία κατηφορίζαμε και πηγαίναμε στη Λυγιά .

Η θειά Θοδώρα μας καλοδεχόντανε, μας τρατάριζε πάντα -άλλωστε γι’ αυτό πηγαίναμε- γλυκό του κουταλιού, κάνα παξιμάδι, πορτοκάλια και ότι άλλο είχε η καψερή. Και όταν φεύγαμε, μας έβαζε μέσα στο πουκάμισο πότε λωτούς, πότε σύκα ξερά η μας τύλιγε λίγες παστές σαρδέλες σε αμπελόφυλλα.

Είχαν τελειώσει τα σχολεία, οι γονείς μας είχαν φύγει μπονόρα για της δουλειές τους κι εμείς είχαμε κανονίσει από βραδύς να το ποδαρίσουμε για τη Λυγιά.

Σηκωθήκαμε πριν φέξει, κατεβήκαμε από τον πόντζο στους Μάρκους, από κει σκαπετήσαμε σύρζα στο Πινακοχώρι, βγήκαμε στον Αϊ’ Θωμά, πιάσαμε το μονοπάτι στη ρεματιά, δεξιά από το χωριό της Κατούνας και την ώρα που ξεμυτούσε ο Ήλιος είμαστε πάνω από τον Παράδεισο. Καθίσαμε σε μια πέτρα να ξαποστάσουμε .

Αυτό το θέαμα που είδαμε, δεν θα το ξεχάσω ποτέ: Την ώρα που ξυπνάει η γη συντελείται μεγάλο πανηγύρι: Ένα ολόχρυσο στεφάνι πέρα μακριά καθρεφτίζονταν στο πέλαγος των δυο λουλουδιών, «Ιον-Ιον», το φρεσκοσκαμένο χώμα άχνιζε και έσμιγε το άρωμα του με όλα τα αγαθά της γης. Μια απαλή μουσική ακούγονταν ολόγυρα, λες και η φύση προσπαθούσε να ευχαριστήσει τον αγρότη και την αγρότισσα που όλοι σήμερα τους έχουμε ξεχάσει.

Μια τράτα γλιστρούσε αθόρυβα, σκίζοντας το νερό και το έκανε άσπρο αφρό, μεριάζοντας τον δεξιά κι αριστερά, ενώ ένα σύννεφο από θαλασσοπούλια ακολουθούσε και βουτούσαν πότε -πότε στο νερό συλλέγοντας τα ψάρια που έφευγαν από τα δίχτυα και χρύσωναν της ράχες τους στης αχτίδες του Ήλιου.

Όταν η τράτα βγήκε στην αμμουδιά, κατέβηκαν οι ψαράδες ξυπόλητοι με τα παντελόνια γυρισμένα ως το γόνατο στοιχήθηκαν ο ένας πίσω από τον άλλον και άρχισαν τραγουδώντας να τραβούν το σχοινί και να φέρνουν το δίχτυ προς την αμμουδιά, που έμοιαζε με κάτασπρη δαντέλα ανάμεσα στο γαλάζιο και στο πράσινο.

Σε λίγο κατηφορίσαμε προς το σπίτι της θειά Θοδώρας, που την ώρα εκείνη τάΐζε τις κότες και τις πάπιες. Μας καλοδέχτηκε και αφού τελείωσε τη δουλεία της, μας τράταρε γλυκό του κουταλιού και σταφίδες.

 

Επάνω στο λαυομά είχε ένα πανέρι γεμάτο αυγά. Κάμποσα από δαύτα είχαν άλλο χρώμα και σχήμα απ΄ τα αυγά της κότας κι ο Θανάσης περίεργος καθώς ήταν,  ρώτησε  τη θειά Θοδώρα αν είναι απ΄ τις κότες εκείνα τα μεγάλα αυγά.

Εκείνη του είπε πως κάμποσα είναι αυγά από τις πάπιες .

Όταν θα φεύγαμε, εκτός από τα άλλα ρεγάλα που μας έδωσε, τύλιξε σε μια μπόλια έξι από εκείνα τα αυγά και μας τα έδωσε. «Να δείτε τι γεύση έχουν τα αυγά της πάπιας», μας είπε. Την χαιρετήσαμε και φύγαμε .

Αφού περάσαμε την ανηφόρα και πλευρίσαμε του Σπαθάρη, κοντά στον ανεμόμυλο,  καθίσαμε σε μια ελιά να ξαποστάσουμε. Βγάλαμε λίγες σταφίδες και δυο πορτοκάλια και τα μασουλάγαμε. Μετά ξεδιπλώσαμε τη μπόλια και πήραμε δύο αυγά, κάναμε από μια τρύπα στα δυο άκρα με μια ακίδα από παλιούρι και ρουφήξαμε το περιεχόμενό τους. Πραγματικά ήταν πολύ νόστιμα.

Σηκωθήκαμε και συνεχίσαμε μέχρι το χωριό. Φτάνοντας μοιράσαμε τα ρεγάλα, τα πορτοκάλια, τις σταφίδες και τα αυγά, παίρνοντας από δυο ο καθένας.

Επήγαμε στα σπίτια μας, τα κρύψαμε, για να μην τα δούνε οι γονείς μας όταν θα έρχονταν από τη δουλειά και «ούτε γάτα ούτε ζημιά», που λένε.

Η θειά Πασία εκείνο το βράδυ θα έβανε την κότα που κλώσαγε, να βγάλει κλωσόπουλα .

Είχε μαζέψει λοιπόν κάμποσα αυγά από διάφορες γυναίκες, που στη γειτονιά τους είχαν γερά κοκόρια και όταν χαλίπωσε άρχισε να εξετάζει στο  λυχνάρι το πίσω μέρος κάθε αυγού και όσα είχαν σπόρο τα έβαζε κατά μέρος. Διάλεξε δώδεκα αυγά, τα πιο καλά, για να μην αφαλίσουν. Τα υπόλοιπα που δεν είχε περάσει ο κόκορας από τις κότες να τις γονιμοποιήσει, δεν έκαναν για αναπαραγωγή και ήταν πολλά τα έρμα, γιατί ένας κόκορας ήταν όλος κι’ όλος σε δυο-τρεις γειτονιές. Που να προφτάσει ο καψερός τόσες πολλές κότες;

Αφού η θειά Πασία διάλεξε τα χρειαζούμενα αυγά, όσα έπρεπε να βάλει, κατέβηκε στο κατώι που είχε τη φωλιά χαζίρι και τα τοποθέτησε με προσοχή. Μετά πήρε την κλώσα και την έβαλε επάνω τους.

Ο Θανάσης που παρακολούθησε όλη τη διαδικασία. Την άλλη μέρα που ήθελε να φτιάξει αετό και χρειάζονταν σπάγκο, σκέφτηκε να δώσει τα αυγά της πάπιας στο μπακάλη και να πάρει το σπάγκο. Επειδή όμως τα αυγά της πάπιας δεν έμοιαζαν με τα αυγά της κότας και πιθανόν ο μπακάλης, με τις ερωτήσεις του να δημιουργούσε κάποιο θόρυβο, που αν το μάθαινε ο πατέρας του θα έτρωγε το ξύλο της χρονιάς του, πήγε πτίδια – πτίδια και πήρε δυο αυγά από τη κλώσα και στη θέση τους έβαλε τα αυγά της πάπιας.

Αφού περάσανε είκοσι πέντε μέρες, η κλώσα έβγαλε τα κλωσόπουλα. Τα πήρε η θειά Πασία, τα έβαλε με προσοχή σε μια κόφα, ανακάτεψε λίγα πίτουρα με νερό και λίγο λάδι και τα ταΐσε.

Σε κάμποσες μέρες που δυνάμωσαν κάπως τα πουλάκια, τα έβγαλε στην αυλή. Ο κόκορας τα πλησίασε κάπως ανήσυχος, σαν κάτι να μην του άρεσε και άρχισε να σηκώνει το λειρί του και να πηγαίνει προς την κλώσα με κακές διαθέσεις.

Η κλώσα σήκωσε αγριεμένη τα φτερά της, έτοιμη να του επιτεθεί, όπως η μάνα που γίνετε ύαινα όταν κινδυνεύουν τα παιδιά της, ο κόκορας όμως επέμενε να επιτίθεται στην κλώσα.

Μάλλον κατάλαβε ο δόλιος πως τα δυο από τα πουλάκια ήταν παπάκια κι αυτό καθόλου δεν του άρεσε. Γιατί παρότι δεν πρόφταινε να γονιμοποιήσει όλες της κότες, αλλά σαν αρσενικό που ήταν, το θεώρησε προσβολή να μπερδευτεί άλλος γαμπρός με τις κότες του και μάλιστα από άλλη ράτσα!.

Που να φανταζόνταν ο καψερός πως η «Δεισδαιμόνα» ήταν αθώα και πως  «Ιάγος» ήταν ο Θανάσης!

Είδε κι απόειδε η θειά Πασία, πήρε την κλώσα με τα πουλάκια και την έβαλε στο αχούρι. Έφραξε μάλιστα την πόρτα με δυο δεμάτια φρύγανα, αλλά ο κόκορας δεν ήθελε να ξεκολλήσει από κει, κάθισε ως το βράδυ που πήγε να κουρνιάσει!

***

Υπήρχαν κι άλλα κοκόρια στη γειτονιά αλλά δεν ασχοληθήκαν με την κλώσα γιατί ήταν καπόνια, δηλαδή τους είχαν αφαιρέσει τα γεννητικά τους όργανα για να δυναμώνουν! (Αντί να το κάνουν αυτό στους γενικούς διευθυντές των υπουργείων, το έκαναν στα κοκόρια…)

Τα φύλαγαν οι κομματάρχες τα κοκόρια αυτά για τον εκάστοτε βουλευτή, όταν θα’ έρχονταν στο χωριό, να του κάνουν το γιόμα με κόκορα μακαρονάδα.

Άσε που με τις εκλογές οι υποψήφιοι βουλευτές,  πουλούσαν και από κάνα λιοστάσι! Μήπως βαραμέντε είχανε δουλέψει να τα αποκτήσουν; ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα ήταν…

Σήμερα οι βουλευτές, έχουν κάνει τον Ναό της Δημοκρατίας Ναό του σολομού, όπως έλεγε η μακαρίτισσα η βαβά μου. Και όχι μόνο…

***

Όταν τα πουλάκια μεγάλωσαν κάπως, η θειά  Πασία είδε με κατάπληξη πώς τα δάχτυλα από τα δυο  πουλάκια ήταν κολλημένα μεταξύ τους και πως το ράμφος τους ήταν πιο πλατύ από τα άλλα πουλάκια . Φώναξε λοιπόν κάποια γειτόνισσα,  που ήξερε από ξόρκια, αλλά κι’ αυτή είπε πως το θέμα είναι σοβαρό.  Μαζεύτηκαν και οι άλλες γειτόνισσες και είπαν να φωνάξουν τη παπαδιά τη Σλούμενα που ήξερε από ξόρκια, έκανε και τη μαμή και πολλά άλλα γιατροσόφια.

Ήρθε δελόγγου η παπαδιά,  είδε το περιστατικό και με σοβαρό ύφος είπε να της φέρουν σε ένα φλιτζάνι, νερό λάδι και λίγο αλάτι, τα έβαλε όλα μαζί και αφού μουρμούριζε κάμποση ώρα, πήρε ένα κλαρί και ράντισε με το περιεχόμενο τα πουλάκια.

Οι γυναίκες έφυγαν αναπαμένες πως όλα τελείωσαν.

Την άλλη μέρα η θειά Πασία είδε πως τα δυο πουλάκια ήταν όπως την προηγούμενη μέρα κι ότι τα ξόρκια της παπαδιάς δεν είχαν αποτέλεσμα.

Τότε φώναξαν το παπά, ήρθε διάβασε κάνα-δυο φλάδες κι είπε στην θειά Πασία να κάνει καμιά δωδεκαριά λειτουργίες, για να μην τους βρει κάνα μεγάλο κακό.

Μα οι λειτουργίες τότε στοίχιζαν πολύ. Ήθελε δώδεκα λτρογιές, ίσα με ένα πλαστήρι, η κάθε μια!  Που να τολμούσε η κακότυχη να πει στον άντρα της τέτοια κουβέντα, που χρειάζονταν ένα σακί αλεύρι…

Κάποιος γυρολόγος που έτυχε να διαβεί από κει, είπε να ρωτήσουν και το δάσκαλο που ήξερε δυο αράδες γράμματα και όσο νάναι, η γνώμη του είχε πέραση. Μια γειτόνισσα τότε, που είχε βγάλει κάνα δυο τάξεις από το δημοτικό αντέδρασε και τους είπε: «Μπα ανάθεμα σας, που θα ενοχλήστε κοτζάμ δάσκαλο για τις πομπές της  κλωσούρας».   Από τους δασκάλους βλέπετε, τότε ζητούσαν τη συμβουλή τους για σοβαρότερα θέματα…

Αν ένας είχε κτηματικές η οικονομικές  διαφορές με κάποιον άλλον,  ζητούσαν τη γνώμη του δασκάλου, που γίνονταν δεχτή και έλυναν τις διαφορές τους, η αν είχε προξενιά κάποιος για το παιδί του, πάλι έπρεπε να ρωτήσει η τον δάσκαλο η τον παπά,  αλλά το παπά τον απέφευγαν συνήθως, γιατί τα μαρτυρούσε στην παπαδιά και την άλλη μέρα έβγαινε «εφημερίδα»…

Τέλος φώναξαν τον μπάρμπα Θανασάκια, που ήταν πρακτικός γιατρός και καταπιάνονταν με πολλά τέτοια. Όταν αυτός  ήρθε, ρώτησε τη θειά Πασία από πού βρήκε τα αυγά, κι εκείνη η καψερή του είπε πως της τα έδωσαν κάποιες γυναίκες, αλλά δεν τις  θυμόνταν όλες.

Τότε ο μπάρμπα Θανασάκιας κούνησε το κεφάλι του και της λέει πως κάποια γυναίκα έκανε λάθος και σου έδωσε αυγά από πάπια και να ησυχάσεις, ούτε λειτουργίες να κάνεις ούτε τίποτε άλλο και όταν θα μεγαλώσουν να μου φέρεις μια πλακίδα .

Όταν ο παπάς έμαθε πως ο μπάρμπα Θανασάκιας του χάλασε τη δουλειά, δεν ήθελε να τον μεταλάβει κι  έτσι ο μπάρμπα Θανασάκης έφαγε την πλακίδα και ας πήγε στον κάτω κόσμο αμετάλαβος.

 

 

Α  Ι  Σ  Κόκορος

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *